Ένα μαντήλι για δάκρυα

Ἐδῶ καί πενήντα χρόνια, τόν καιρό πού διαδραματίστηκαν τά ὅσα θά ἀκούσετε σέ λίγο,

– τά περισσότερα φάρμακα τά κατασκεύαζαν οἱ φαρμακοποιοί σύμφωνα μέ τήν συνταγή πού ἔστελνε ὁ γιατρός

-ἡ Χωροφυλακή φρόντιζε γιά τήν ἀσφάλεια σέ ὅλη τήν ἐπικράτεια, ἐκτός ἀπό τήν Πρωτεύσουα και λίγες ἄλλες πόλεις,

-οἱ ἄνθρωποι δέν πετοῦσαν τίποτα στά σκουπίδια,

-καί στήν Πάτρα ζοῦσε ἡ κυρία Τούλα, στήν ὁποίαν (ἐλλείψει ψυχαναλυτοῦ) ἔτρεχαν ὅλοι νά ποῦν τά βάσανά τους καί νά ἐκμυστηρευτοῦν τίς ἁμαρτίες τους, καθιστώντας την ἔτσι βαθύ γνώστη τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί σύμπαντος τοῦ κουτσομπολιοῦ.

Κατά τά ἄλλα ἡ Τούλα ἦταν ἡ εὐτυχής συμβία τοῦ καλοῦ δικηγόρου, Σπύρου.

Ἐκεῖνο τό βραδάκι τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1956, ὁ Σπύρος εἶχε γυρίσει νωρίς σπίτι του, προκειμένου νά διαβάσει μέ τήν ἡσυχία του μιά δύσκολη δικογραφία, ὅταν ἡ πόρτα τοῦ γραφείου του ἄνοιξε μέ φόρα καί ἡ σύζυγός του εἶπε μπῆκε λέγοντας Χά!

Τούλα:Χά! Χά! Χά! Ὅλα σ’αὐτόν τόν κόσμο πληρώνονται.

Σπύρος – μμμμμμμμ

Τούλα: (ἀπτόητη ἀπό τήν κρύα ὑποδοχή του) Τή θυμᾶσαι ἐκείνη τή γρηά μέγαιρα στήν Ροδοδάφνη;

Σπύρος (μέ μικρό στεναγμό) Ὄχι, καί οὔτε μ’ἐνδιαφέρει καθόλου. Και ἐπειδή ἔχω δουλειά…

Τούλα (τόν διακόπτει) Μά πῶς δέν τήν θυμᾶσαι; Ἀφοῦ σοῦ ἔχω μιλήσει τόσες φορές γι’αὐτήν. Δέν τό θυμᾶσαι αὐτό τό περίεργο σπίτι, χωμένο τελείως μέσα στά πεῦκα, στ’ἀριστερά τοῦ δρόμου καθώς πηγαίνουμε στήν Ἀθήνα; Καί δέν θυμᾶσαι πού σοῦ ἔχω πεῖ ὅτι ἐκεῖ μέσα κατοικεῖ μιά γριά μέγαιρα, πού μᾶς κυνηγοῦσε πάντα μέ τό ξύλο ὅταν ἤμαστε παιδιά;

Σπύρος. -(πειραχτικά) Αὐτή πού πηδάγατε μέ τό ἔτσι θέλω μέσα στόν κῆπο της; Καί θυμώνατε ὅταν σᾶς ἔδιωχνε;

Τούλα: Δέν τά βλέπεις καθόλου σωστά τά πράγματα. Πηδάγαμε μέν μέσα στόν κῆπο της, ἀλλά μοναχά ἐπειδή τόν κλείδωνε!

Σπύρος. Μμμμμμ

Τούλα:(συνεχίζει) Καί εἶναι μιά γριά μέγαιρα ἀκριβῶς ἐπειδή τόν κλείδωνε. Ἦταν τό μοναδικό σκιερό μέρος σ’ὅλη τήν ἀκρογιαλιά. Ποῦ ἤθελες νά πᾶμε ὅταν βγαίναμε ἀπ’τή θάλασσα; Μήν κοιτᾶς τώρα πού ἔγινε ἐκεῖ δίπλα ἡ κατασκήνωση τοῦ Κλάμπ Μεντιτερανέ καί ἔχουν φυτέψει καινούργια δέντρα κι ἔχουν στήσει τέντες καί ἀχυροκαλύβες καί ἕνα σωρό ἄλλα τέτοια πράγματα. Τότε ἡ παραλία δέν εἶχε παρά τρία ἀρμυρίκια καί δύο κακοπαθημένα πεῦκα, πού στή σκιά τους μόνο τζίτζικας μποροῦσε νά σταθεῖ.

Σπύρος. (διδακτικά) Μπορεῖ! Ἀλλά ἡ γυναίκα εἶχε κάθε δικαίωμα νά κλείνει τόν κῆπο της. Κι εἶχε ἐπίσης κάθε δικαίωμα νά σᾶς διώχνει ὅταν πηδάγατε μέσα κρυφά. Καί εἶναι ἀνόητο νά τῆς κρατᾶς κακία ὕστερα ἀπό τόσα χρόνια.

Τούλα. (ἀθώα) Ἐγώ! Τῆς κρατάω κακία;

Σπύρος. Ἀφοῦ τήν λές γριά μέγαιρα.

Τούλα. (ἀθώα-σοβαρά) Μά δέν τήν λέω ἀπό κακία. Εἶναι γριά μέγαιρα. Πραγματικά.

Σπύρος. Ἐπειδή σᾶς ἔδιωχνε ἀπό τόν κῆπο της;

Τούλα. Ὄχι μόνον γι’αὐτό. Κοίτα: Πρῶτα πρῶτα κατάφερε νά χωρίσει τόν πατέρα τοῦ Ἄγι, νά τόν παντρευτεῖ, νά τόν ἀποξενώσει ἀπό ὅλη του τήν οἰκογένεια καί στά τελευταία του δέ νά τῆς δόσει τήν ἐπικαρπία πάνω σ’ὅλα του τά κτήματα. Αὐτό ὅταν ἦταν μόνον μέγαιρα, καί ὄχι ἀκόμη γριά.

Δεύτερον πῆγε καί υἱοθέτησε ἕνα ὀρφανό πού τό ἔχει κάμει δουλάκι. Κατάλαβες; Ἐξασφάλισε μέ τό ἀνέξοδο ὑπηρεσία. Κι ἀφοῦ τό βασάνισε τόσα χρόνια, τώρα δέν τό ἀφήνει νά παντρευτεῖ.

Τρίτον, ἔχει ψήσει τό ψάρι στά χείλη ἑνός κακομοίρη ἀνθρώπου πού ἔχει καί τῆς δουλεύει στά χωράφια της. Νά φανταστεις πώς πέρισυ, πού ἀρρώστησε μέ πνευμονία ὁ Παναγῆς, προθυμοποιήθηκε νά τοῦ δανείσει χρήματα γιά τό νοσοκομεῖο ἀλλά τόν ἔβαλε νά τῆς ὑπογράψει γραμμάτια! Καί τοῦ ὑπολόγησε τόκο 20%. Κατάλαβες;

Γιά νά μήν σοῦ πῶ καί ἄλλα κατορθώματα, ὅπως παραδείγματος χάριν, τίς φῆμες πού διαδίδει πώς τάχα ὁ Σολδάτος ὁ γιατρός δολοφόνησε τήν ἀδελφή του καί κάτι ἄλλα τέτοια.

Θυμᾶσαι ποιός εἶναι ὁ Σολδάτος;

Σπύρος. Κοίτα δῶ χρυσή μου…

Τούλα (διακόπτει.) Σπύρο συγκεντρώσου! Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν θυμᾶσαι τήν ὑπόθεση αὐτή. Τήν ἔχουμε ἀκούσει χίλιες φορές! Ἡ ἀδελφή τοῦ Σολδάτου ἦταν ἡ μητέρα τοῦ Ἄγι, δηλαδή ἡ πρώτη – καί κατά τή γνώμη μου – ἡ μόνη κανονική κυρία Δράκου. Ὅταν ἐκεῖνος τήν χώρισε, πῆγε καί ἔμεινε μέ τόν ἀδερφό της, καί μιά μέρα, πάνω στήν ἀπελπισία της, βρῆκε τό μπουκάλι μέ τό λάβδανο στό φαρμακεῖο τοῦ Σολδάτου, καί αὐτοκτόνησε, ἡ κακομοίρα.

Τότε ἔγινε μεγάλο σούσουρο κι ὅλοι κοιτοῦσαν τήν Ἀντριάννα μέ μισό μάτι, ἐκεῖνος ὅμως βρῆκε τήν εὐκαιρία νά διαδόσει πώς τάχα ὁ Σολδάτος δολοφόνησε τήν ἀδερφή του γιά νά τῆς πάρει τήν κληρονομιά, κι ἀπό τότε κακοῦργο τόν ἀνεβάζει, κακοῦργο τόν κατεβάζει – ἀλλά μόνο πίσω ἀπ’΄τήν πλάτη του, γιατί τόν ἔχει καί γιατρό στό τζάμπα.

Ἄκου με πού σοῦ λέω. Εἶναι μέγαιρα. Ἔτσι – ἀπό φυσική της κλίση.

Ἀλλά μή σέ νοιάζει, ὅλα σ’αὐτόν τόν κόσμο πληρώνονται. Καί ξέρεις ποιά εἶναι ἡ τιμωρία τῆς κυρίας Ἀντριάνας;

Σπύρος. Δέν ξέρω. Καί θά προτιμοῦσα νά μοῦ τό πεῖς αὔριο. Ὅπως βλέπεις, αὐτή τή στιγμή διαβά…

Τούλα: (ἀκάθεκτος) Ἡ τιμωρία της εἶναι ἡ γυναίκα τοῦ Ἄγι! Τή γνώρισα τώρα πρό ὀλίγου. Ψυχή μου! Ποῦ πῆγε καί τήν ξετρύπωσε ὁ Ἄγις;

Σπύρος. (ξερά) Δέν ξέρω, Καί αὐτή τή στιγμή, θά ἤθελα…

Τούλα. Λοιπόν, νά σοῦ πῶ πῶς εἶναι ἡ νύφη τῆς κυρίας Ἀντριάνας;

Σπύρος. Ὄχι!

Τούλα. (ἀπτόητη) Εἶναι παιδί μου φτυστή ἡ βασίλισσα ἡ ἀγρία. Ξέρεις, ἐκείνη στό τραγούδι πού καθότανε στήν παραλία, κι ἔλεγε «ἔλα ἐδῶ παιδί λευκό, στή σούβλα νά σέ φάω ψητό!» Ἔτσι ἀκριβῶς. Εχει ἕνα μάτι στρογγυλό καί μαῦρο καί κρύο σάν τοῦ φειδιοῦ

– ἤ μήπως τά φείδια ἔχουν πράσινα μάτια;

Τέλος πάντων, αὐτή ἔχει μαῦρα καί εἶναι σάν τοῦ φειδιοῦ. Ὕστερα στέκει ἐκεῖ σάν τό μάρμαρο καί δέν ἀνοίγει τό στόμα της. Ποῦ καί ποῦ χαμογελάει. Ὄχι συχνά. Γιά νά μήν κάνει ρυτίδες, φαντάζομαι. Κοιτάει ὅλους τούς ἀνθρώπους σάν νά τούς μετράει τά χρυσά δόντια μές στό στόμα τους. Καί δέν ζωντανεύει παρά μόνον ἄν ἐμφανιστεῖ στόν ὀρίζοντα κανένας ἐνδιαφέρων κύριος. ‘Ενδιαφέρων σημαίνει πλούσιος.

Ἐκεῖ πού καθόμαστε στό Παυλίδη τό ζαχαροπλαστεῖο, ἦρθε κι ὁ Γιῶργος. Τῆς τόν σύστησα. Καί μόλις ἄκουσε πού εἶναι βιομήχανος,

πῆρε ἀμέσως μιά ἔκφραση «Ἄχ κύριε! Μή μέ βιάσετε!»

Εἶναι δηλαδή νά πεθαίνεις στά γέλοια. Προφανῶς θεωρεῖ τό γάμο της μέ τόν Ἄγι ἁπλῶς σάν ἕνα σκαλί στήν γενική σταδιοδρομία,

καί ἔχει τό μάτι της γαρίδα γιά ὀποιαδήποτε εὐκαιρία προβιβασμοῦ της.

Σπύρος.(πειραχτικά) Ἀπ’ὅλα αὐτά πού μοῦ λές, τό μόνο πού συμπεραίνω εἶναι ὅτι ἡ κοπέλα εἶναι ὄμορφη.

Τούλα (στυφά.) Ὄμορφη; Ναί, φαντάζομαι πώς σέ ἀστιγματικούς καί ἄλλους πάσχοντας ἀπό ἀνωμαλίες τοῦ ὁπτικοῦ συστήματος, μπορεῖ νά φαίνεται ὄμορφη. Ἀλλά δέν ἔχει καθόλου ἀστράγαλο. Τό πόδι της κατεβαίνει σέ μιά μεγαλόπρπη καί ἀδιατάρακτη γραμμή ἀπό τό γόνατο ὡς τή φτέρνα. Ἀνατριχιατικό! Ἀλλά ἤτανε , βλέπεις, νοσοκόμα.»

Σπύρος. Νοσοκόμα!

Τούλα. Ναί. Ἔτσι τή γνώρισε ὁ Ἄγις. Εἶχε πάει νά κάνει ἐγχείριση ἔλκους καί στό ἴδιο νοσοκομεῖο ἔκανε καί ἡ Σίσυ τήν πρακτική της ἐξάσκηση γιά τό πτυχεῖο τῆς Ἀδελφῆς Νοσοκόμου. Καταλαβαίνεις τώρα.

Σπύρος.Ὄχι!

Τούλα. Χρυσέ μου, ὅταν εἶσαι ξαπλωμένος στό κρεβάτι βλέπεις τό πρόσωπο τῆς νοσοκόμας, βλέπεις τά χέρια της, τή γενική φυσική της διάπλαση, ὅμως τά πόδια της εἶναι πολύ χαμηλά γιά νά τά καλοδεῖς. Καί ἔτσι ὁ Ἄγις τήν ἔπαθε – τήν πῆρε μέ τά κολονάτα πόδια της! Ὁ κακομοίρης! Ἐνῶ τοῦ ἄξιζε πραγματικά καλύτερη τύχη.

Σπύρος. (παραπονιέται) Κι ἐμένα ἐπίσης! Δέν ἔφταιξα τίποτα νά παντρευτῶ μιά γυναίκα πού δέν μ’ἀφίνει σέ ἡσυχία μέσα στό ἴδιο μου τό σπίτι!

Τούλα. (ρεμβαστικά) Ξέρεις γιατί ἤρθανε ἐδῶ ὁ Ἄγις καί ἡ Σίσυ;

Σπύρος (ἀναστενάζει)

Τούλα. Ἦρθαν γιά νά προτείνουν στήν κυρία Ἀντριάννα μιά ἐπιχείρηση. Νά μετατρέψουν τό σπίτι σέ ξενοδοχεῖο καί νά μοιράζονται τά κέρδη. Βλέπεις, ἡ περιοχή ἔγινε τώρα τουριστική. Εἶχαν πάει τό ἀπόγευμα νά συζητήσουν μέ τήν κυρία Ἀντριάνα. Βεβαίως, δέν μένουν σπίτι της. Μένουν στοῦ γιατροῦ. Φαντάζεσαι τώρα τήν συνάντησή τους; Ἡ Σίσσυ, εἶμαι σίγουρη, θά ἄφηνε τόν Ἄγι νά ξοδεύει κουβέντες προσπαθώντας νά πείσει τήν γριά μέγαιρα, κι ἐκείνη ἁπλῶς θά τήν κοίταζε. Μ’αὐτό τό ἀβυσσαλέο βλέμμα. Σά νά μετροῦσε πόσες μέρες ἀπομένουν στήν Ἀντριάννα νά ζήσει. Μπρρρ!

Ἡ Ἀντριάννα εἶπε, φαίνεται, «ὄχι». Προφανῶς γυρεύει μεγαλύτερα ποσοστά. Μά νά μοῦ τρυπήσεις τή μύτη ἄν κλείσει μάτι ὅλη νύχτα. Θά ἔχει ἐφιάλτες! Θά βλέπει τή Σίσσυ νά τῆς ξεκολάει τά χρυσά της δόντια γιά νά τά πουλήσει! Γιατί ἡ Σίσσυ μπορεῖ νά εἶναι γελοῖα – ἀπόδειξη καί αὐτό τό ἀνόητο ὄνομα πού ἔχει – μά συγχρόνως εἶναι καί ἐπικίνδυνη. Δέν ἔχει μπέσα. Κι ἄν τό ἔχει βάλει βαθειά στό μυαλουδάκι της νά βγάλει λεφτά ἀπ’τό σπίτι…

Η Ἀντριάνα δέν μπορεῖ παρά νά τήν κατάλαβε μέ τήν πρώτη. Διότι εἶναι κι αὐτή ἀπ’τό ἴδιο καλούπι βγαλμένη! Χά!

Γι αὐτό σοῦ λέω πώς ὅλα σ’αὐτόν τόν κόσμο πληρώνονται.

Σπύρος. Σύμφωνοι. Καί τώρα μήπως θά ἤθελε νά μ’ἀφήσεις ἐπί τέλους νά δουλέψω;

Δυό μέρες ἀργότερα ὁ ἀνθυπομοίραρχος Γεωργίτσας, προϊστάμενος τῆς Χωροφυλακῆς Ροδοδάφνης, καθόταν κατσούφης στό γραφεῖο του. Μπροστά του εἶχε δύο χαρτιά. Τό ἕνα ἦταν ἕνα γράμμα πού ἔλεγε.

Ἀξιότιμε Κύριε Μπαδογιαννάκη

Σᾶς ἀπευθύνω τήν παρούσαν πρῶτον μέν διά νά σᾶς εὐχηθῶ τό καλῶς ἤλθατε εἰς τήν περιοχήν μας καί δεύτερον διά νά σᾶς παρακελέσω νά μέ ἐπισκεφθεῖτε εἰς πρώτην σας εὐκαιρίαν. Θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νά σᾶς ἀνακοινώσω ὁρισμένα γεγονότα τά ὀποῖα ἀφοροῦν τόν συνάδελφόν σας Σολδάτον.

Μετά τιμῆς

Ἀδριανή Δράκου.

Ὁ καινούργιος γιατρός, ὁ Μπαδογιαννάκης, τοῦ τό εἶχε δόσει μέ τήν παράκληση νά μήν τό κοινολογήσει. Ἡ ἀναφορά στόν συνάδελφό του, τόν κ. Σολδάτο, ἔβαζε τόν Μπαδογιαννάκη σέ δύσκολη θέση.

Ὅσο γιά τήν ἐπίσκεψη, δέν εἶχε προφθάσει νά τήν κάμει.

Τό ἄλλο χαρτί ἦταν μιά ἱατροδικαστική ἐξέταση γιά τόν αἰφνίδιο θάνατο τῆς Ἀδριανῆς Δράκου τήν νύχτα τῆς 14ης Μαρτίου. Αἴτιο – μιά ὑπερβολική δόση μορφίνης.

Ἐκτός ἀπό τά χαρτιά ὁ Γεωργίτσης εἶχε ἔμπρός του κι ἕνα μπουκαλάκι. Ἡ ταμπέλλα ἀπάνω ἔγραφε «Ἀνακινήσατε ζωηρῶς.» Ἦταν ἕνα ἀντιβηχικό καμωμένο ἀπό τόν φαρμακοποιό τοῦ χωριοῦ κατά στήν συνταγή τοῦ ἱατροῦ κ. Σολδάτου.

Στό μπουκαλάκι δέν ἔμεναν παρά κάτι ἐλάχιστα κατακάθια. Καί ἡ χημική ἀνάλυση εἶχε ἀποδείξει ποσοστό μορφίνης πολλαπλάσιο ἀπ’ὅ τι κανονικά περιέχει ἕνα τέτοιο σιρόπι γιά τό βήχα.

Ὁ ἀνθυπομοίραρχος Γεωργίτσας πῆρε βαθειά ἀνάσα, ξαναδιάβασε τό γράμμα, κοίταξε τό μπουκάλι ἐμπρός του. Τελικά ἀποφάσισε πώς δέν ἔπρεπε νά δόσει προσοχή στό γράμμα. Καλύτερα νά ξεκινήσει ἀπό τόν σέμπρο, τόν Παναγῆ.

Γεωργίτσας: Δέ μοῦ λές, μωρέ! Κάτι γραμμάτια πού ἔχεις ὑπογράψει τῆς κυρίας Ἀντριάνας, πότε λήγουνε;

Παναγῆς: Τί;

Γεωργίτσας. Τά γραμμάτια λέω! Πότε λήγουνε!

Παναγῆς (χαζά) Λήγουνε;

Γεωργίτσας. Βρέ ἄσε τίς κουτοπονηριές μωρέ! Σέ ξέρω γώ καλά. Τῆς χρώσταγες κι ἐπειδή δέν εἶχες νά δόσεις, τήν ξεπάστρεψες.

Παναγῆς: Ἐγώ ἀφεντικό; Ἐγώ νά κάνω τέτοιο πράμμα! Σάματις λές δέν ἔχω ἐγώ νά πληρώνω τά χρέγια μου..

Γεωργίτσας (τόν κόβει) Στήν πρέφα! Τά χρέγια σου στήν πρέφα αὐτά τά πληρώνεις, ναί. Ἀλλά δέ σοῦ μένει φράγκο – λές πώς δέν ξέρω πώς χρωστᾶς ἀκόμη καί στόν μπακάλη; Ἡ γυναίκα σου δέν ἔχει ἕνα ροῦχο νά βάλει ἀπάνου της. Πῶς θά τά πλήρωνες τά γραμμάτια, πού εἶχε βάλει τῆς σχωρεμένης!

Παναγῆς. Θά τῆς τά ξεπλήρωνα – στή ζωή τῶν παιδιῶν μου – μέχρι τόν ἄλλο μήνα πού λήγανε, ἐγώ θά τά εἶχα μαζωμένα τά λεφτά καί θά τῆς τά ‘δινα.

Γεωργίτσας. Πεντάρα δέν εἶχες μαζωμένη! Κι ἔτσι ἀντί νά σέ στείλει ἐκείνη φυλακή εἶπες καλύτερα νά τήν στείλεις ἐσύ στόν ἄλλο κόσμο.»

Παναγῆς: Τί! Ἐγώ! Ἐγώ πού δούλεψα τήν σχωρεμένη τόσα χρόνια; Ἐγώ πού χτίκιασα νά σκάβω τά χωράφια της; Ἐγώ γιά τό χατίρι της …

Γεωργιτσας. Ἄκου δῶ! Τό φαρμάκι ἦταν μέσα σ’αὐτό τό μπουκάλι. Μόνο ἐσύ κι ἡ Ἀνθοδέσμη μπορούσατε νά τό βάλετε ἐκεῖ. Κανείς ἄλλος δέν ἔμπαινε στό σπίτι.

Παναγῆς. Πῶς; Πῶς δέν ἔμπαινε κανεἰς ἄλλος στό σπίτι! Ἕνα σωρό νοματαίοι μπαίνανε! Νά, ἐκείνη τήν ἡμέρα δέν ἦρθε ὁ κύριος Ἆγις μέ τή γυναίκα του;

Γεωργίτσας. Ὁ κύριος Ἆγις μέ τή γυναίκα του κάθισαν στό σαλόνι. Δέν πῆγαν καθόλου στήν κρεβατοκάμαρα. Πῶς λοιπόν θά τό βάζαν τό φαρμάκι στό μπουκάλι;

Ὁ Παναγῆς πάσχισε νά τά γυρίσει ἀπό δῶ, νά τά γυρίσει ἀπό κεῖ, μά στό τέλος, ὅταν ὁ Γεωργίτσας τόν στρίμωξε γιά καλά, ἄνοιξε τό στόμα του καί εἶπε μερικά πράγματα πού ἔκαναν τόν ἀνθυπομοίραρχο ν’ἀνοίξει τ’αὐτιά του.

Σέ λίγο στό γραφεῖο ἔμπαινε ἡ Ἀνθοδέσμη – ἕνα κορίτσι πάνω στήν ὁρμητική ἄνθιση τῶν δεκαεφτά χρονῶν της, μέ μάγουλα χοντρά, πόδια γερά, χαμηλοβλεπούσα καί ἀναψοκοκοκκινισμένη.

Γεωργίτσας. Δέ μοῦ λές παιδί μου Ἀνθοδέσμη, αὐτό τό μπουκάλι ποῦ τό φυλάγατε;

Ἀνθοδ. Μές τήν κρεββατοκάμαρα.

Γεωργ. Ἔπαιρνε συχνά ἀπ’αὐτό τό σιρόπι ἡ κυρά σου;

Ἀνθοδ. Τσ!!! Κάθε πού πάθαινε ὁι λαιμός της. Μιά δυό φορές τό χρόνο, πού τήν ἔπιανε ὁ βήχας.

Ἀνδοθ. Κι αὐτές τίς μέρες τήν εἶχε πιάσει ὁ βήχας;

Ἀνδοθ.Τσι!! Μόνο τό ἀπόγευμα, πού κουβέντιαζαν μέ τόν κύριο Ἄγι. Τήν πείραξε τό τσιγάρο του. Ἔτσι εἶπε.

Γεωργ. Κι αὐτό τό μπουκάλι, δέ μοῦ λές, ἀπό πότε τό εἴχατε;

Ἀνθοδ. ‘Από τό Δεκέμβρη. Ἤπιε τότε λίγο κι ἀπό τότενες δέν ξανάπιε ἴσαμε προχτές.

Γεωργ. Καί τί ἀκριβῶς ἔγινε προχτές;

Ἀνθοδ. Ἐγώ δέν ξέρω τίποτις! Ἐγώ ἤμουνα στήν κουζίνα κι αὐτοί – ἡ ἀφεντικιά μου μέ τόν Ἄγι καί τήν γυναίκα του, αὐτοί ἤτανε στό σαλόνι. Μετά μέ φώναξε νά τῆς φέρω τό σιρόπι, γιατί τήν εἶχε πιάσει στό λαιμό τό τσιγάρο τοῦ κυρίου Ἄγι.

Γεωργ. Κι ἐσύ τί ἔκαμες;

Ἀνθοδ. Ἐγώ; Ἐγώ τό ἔφερα. Τό μπουκάλι καί τό κουτάλι.

Γεωργ. Καί πόσες κουταλιές τῆς ἔδοσες.

Ἀνθοδ. Τσ!! Τ’ἀκούμπησα στήν κονσόλα. Ἐκείνη μοῦ εἶπε νά τό κουμπήσω στήν κονσόλα καί νά ξεκουμπιστῶ. (μουτρωμένα) Δέν ἤθελες, βλέπεις, ν’ἀκούσω τί λέγατε. Σάμτις ἐμένα μ’ἔνοιαζε.

Γεωργ. Ωστε δηλαδή δέν τήν εἶδες νά πέρνει τό φάρμακό της.

Ἀνθοδ. Τσ!!

Γεωργ. ΚΙ οὔτε ξέρεις τί λέγανε οἱ τρεῖς τους.

Ἀνθοδ. Τσ!!

Γεωργ. (σέ ἄλλο τόνο) Δέν τά πήγαινες πολύ καλά μέ τήν κυρία Ἀντριάνα, ἔ Ἀνθοδέσμη;

Ἀνθοδ. Ἐγώ;

Γεωργ. Ἐσύ! Ἤθελες νά παντρευτεῖς τόν Μῆτσο καί νά φύγετε γιά τήν Αὐστραλία, κι ἐκείνη δέν σέ ἄφηνε. (ἐλάχιστη παύση) Τί μέ κοιτᾶς ἔτσι; Νομίζεις πώς δέν τά ξέρω; Εἶσαι ἀκόμη ἀνήλικη καί δέν μπορεῖς οὔτε νά παντρευτεῖς χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ κηδεμόνα σου οὔτε νά βγάλεις διαβατήριο. Καί λίγες ὦρες πρίν πεθάνει ἔκανες πάλι ὁλόκληρο καυγά μαζί της γι’αὐτό τό ζήτημα.

Ἀνδοθ. (ἀγριεμένα) Ἐγώ; Καυγά! Τί καυγά! Ἐμένα μοῦ τό εἶχε κόψει ἐδῶ καί βδομάδες – (μιμεῖται ἄλλη φωνή) Καί ἄκου δῶ! Νά μή σέ ξανακούσω νά μοῦ γυρεύεις παντριές.

Γεωργ. Κι ἐσύ τί ἔκανες;

Ἀνθοδ. ‘(μισοκακόμοιρα) Ἐγώ; Ἐγώ τό πῆρα ἀπόφαση, τί νά κάνω ἡ μαύρη;

Γεωργ. Ἄσ’τα αὐτά! Μοῦ τριγυρίζεις μέ τόν Μῆτσο τόσους μῆνες καί πᾶς νά μοῦ πεῖς πώς τάχα τό πῆρες ἀπόφαση νά τόν ξεχάσεις!

Ἀνθοδ. Μά τό σταυρό, στή ζωή μου, τί νομίζεις…

Γεωργ. (τήν κόβει) Καί τότε γιατί τσακωθήκατε μές στό δωμάτιό της προχτές τό βράδυ;

Ἀνθοδ. Καί ποιός σᾶς τό εἶπε πώς τσακώθηκα ἐγώ μαζί της;

Γεωργ. Τό πουλάκι! Ἄντε χριστιανή μου, λέγε γιατί τσακωθήκατε!

Ἀνδοθ. Ὀ Παναγῆς σᾶς τά πρόφτασε αὐτά; Εἶναι ψεύτης!

Γεωργ. Λέγε!

Ἀνθοδ. Δέν τσακωθήκαμε! (ἀπνευστί) Ἐκείνη μού ἔβαλε τίς φωνές καί μούπεσε ἀπ’τό χέρι τό μπουκάλι. Τί ἔφταιγα γώ; Πῆγα νά τό κουνήσω ὅπως τό γράφει ἀπάνω, κι ἐκείνη νευρίασε καί μοῦ ξεφώνησε κι ἐγώ λαχτάρισα καί μούπεσε τό μπουκάλι καί χύθηκε τό πιό πολύ στό πάτωμα καί ἡ σχωρεμένη μ’ἔβρισε πατόκορφα, ἤτανε βρωμόστομα Θεός σχωρέσ’την κι ἐγώ δέν ἔφταιγα σέ τίποτα οὔτε καί ἀντιμίλησα.

Γεωργ. Μά προηγουμένως μοῦ εἶπες πώς τῆς ἔδωσες μιά κουταλιά νά πιεῖ προτοῦ νά πέσει για ὕπνο.

Ἀνθοδ. Ἔ! Τῆς τήν ἔδωσα σοῦ λέω! Σάματις ἦτανε νερό νά χυθεῖ μεμιᾶς. Σιρόπι ἤτανε. Ἕνα κουτάλι τό γέμισα, στράγγιξα τό μπουκάλι καί τῆς τό γέμισα. Μπά!

Τό ἴδιο ἐκεῖνο μεσημέρι ἡ Τούλα ἀνακοίνωσε στόν Σπύρο καθώς τοῦ σερβίριζε τά λαδερά φασολάκια. (ἀκούγονται μαχαιροπήρουνα)

Τούλα: Νά σοῦ πῶ ἕνα νέο; Βρυκολάκιασε ἡ φήμη πώς ὁ δυστυχής ὁ Σολδάτος εἶχε φαρμακώσει τήν ἀδερφή του!

Σπύρος. (πειραχτικά) Καί δέν τήν εἶχε φαρμακώσει;

Τούλα. Μήν παίζεις ἐν οὔ παικτοῖς! (σκεπτικά) Καί θά ἤθελα νά ἤξερα τί σκαρώνει ἡ βασίλισσα ἡ ἀγρία.

Σπύρος. Ποιά εἶναι πάλι ἡ βασίλισσα ἡ ἀγρία;

Τούλα: Σπύρο! δέν συγκεντρώνεσαι! Εἶναι ἡ Σίσσύ, ἡ γυναίκα τοῦ Ἅγι, καί θά ἤθελα πολύ νά ἤξερα τί σκαρώνει.

Ἡ Σίσυ βρέθηκε μπροστά στόν ἀνθυπομοίραρχο Γεωργίτσα ξαφνικά. Στρίβοντας τή γωνία, καθώς ἐπέστρεφε στό γραφεῖο του τήν ἀντίκρυσε, ψηλή, ἡλιοκαμένη, ἐπιθετικά ὄμορφη, μέ μιά πολύχρωμη πετσέτα στό χέρι καί ἀπό ἀμηχανία τήν ρώτησε ἄν πήγαινε γιά μπάνιο. Ἡ Σἰσυ τόν κοίταξε μέ τά σκοτεινά της μάτια καί εἶπε πώς δέν πήγαινε ποτέ γιά μπάνιο μόνη της. Καί ἐπειδή ἐκεῖνος σαστισμένος, τήν κοιτοῦσε ἄφωνος, πρόσθεσε.

Σίσυ:Ὀ ἄνδρας μου εἶναι ἀδιάθετος. Αὐτή ἡ ὑπόθεση τόν ἔχει πολύ ταράξει. (ἐλάχιστη παύση) Εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ μορφίνη βρέθηκε μέσα στό σιρόπι γιά τό βήχα;

Γεωργ. Ναί. Γιατί; Σκέφτεστε κάτι;

Σίσυ. (μέ ὑπεροβική ζωηρότητα) Ὄχι, ὄχι!

Γεωργ. Ἐλάτε τώρα! Ἀφού τό βλέπω ὄτι κάτι σκέφτεστε.

Σίσυ. (διστακτικά) Νά. Προχθές τό ἀπόγευμα, τήν ὥρα πού συζητοῦσε μέ τή μητρυά του ὁ ἄντρας μου κάπνιζε. Καπνίζει πολύ ὁ ἄντρας μου. Ἡ μυρωδιά τοῦ τσιγάρου φαίνεται πώς πείραζε τή μακαρίτισα. Ἄρχισε νά βήχει. Δηλαδή, νά σᾶς πῶ τήν ἀλήθεια μου, νομίζω πώς ἦταν ὑπερβολικός ὀ βήχας της – νομίζω πώς τῆς ἄρεσε νά δημιουργεῖ φασαρία γύρω της. Ὁπωσδήποτε ἔβηχε καί φώναξε ἐκείνη τήν κοπέλλα νά τῆς φέρει τό σιρόπι της. Βεβαίως ὁ Ἄγις ἔσβησε ἀμέσως τό τσιγάρο του, ἀλλά αὐτή ἐξακολουθοῦσε νά βήχει. Εἶχε ἐρεθισθεῖ πιά ὀ λαιμός της -ἔτσι εἶπε. Μετά εἶπε πώς τῆς βρωμοῦσαν τά ἀποτσίγαρα, κι ἔβαλε τόν Αγι νά πάει τό τασάκι στήν κουζίνα.» (ἐδῶ σταματᾶ καί γίνεται παύση.)

Γεωργ. Καί τό πῆγε – ἐννοῶ ὁ ἄντρας σας πῆγε τό τασάκι στήν κουζίνα;

Σίσυ. (μέ δυσκολία) Καί πῆγε μαζί καί τό γιατρικό της μακαρίτισας. Ἀλλά δέν θέλω νά παρανοήσετε… δηλαδή νά πάει τό μυαλό σας…Θέλω νά πῶ ὁ Αγις τό πῆρε μαζί, γιατί ἔχει τή μανία τῆς τάξης θέλει διαρκῶς νά μπαίνει τό κάθε τι στή θέση του καί δέν ἀντέχει νά βγλέπει πράγματα νά σέρνονται δεξιά κι ἀριστερά. Κι ἀφοῦ αὐτή ἡ κοπέλλα εἶχε παρατήσει τό σιρόπι πάνω στήν κονσόλα, τό πῆρε μαζί καί τό πῆγε στήν κουζίνα. Σήμερα πού μάθαμε πώς εἶχε μέσα μορφίνη, ταραχτήκαμε πολύ. Φυσικό εἶναι! (Μέ φρίκη) Νά σκέφτεσαι πώς ἔχεις πιάσει μέ τά ἴδια του τά χέρια… (ἀλλάζει τόνο.) Ἡ μακαρίτισα ἦταν βεβαίως μιά φριχτή γυναίκα. Καί τί δέν εἶχε ὑποφέρει ὀ καυμένος ὁ Αγις…Σά νά μήν ἔφτανε πού στάθηκε ἡ αἰτία ν’ἀὐτοκτονήσει ἡ μητέρα του, ὕστερα ἔβαλε τόν πατέρα του νά κάνει ἕνα σωρό δίκες στόν θεῖο του, τόν κύριο Σολδάτο, πού διεκδικοῦσε τήν κηδεμονία τοῦ Ἄγι, καί κατόπιν μέ τίς διαβολές καί τά μπισμπίλια ἔκανε πατέρα καί γυιό νά τσακωθοῦν, κι ἔτσι βρέθηκε ὁ Αγις κλεισμενος σ’ἕνα σχολεῖο ἐσωτερικός, καί ποτέ δέν κατάφεραν οἱ δυό τους νά συνδεθοῦν πάλι καί τελικά πέθανε ὁ πατέρας χωρίς νά ξαναδεῖ τό γυιό του. (πέρνει ἀνάσα) Κι ὅμως, ὁ Ἄγις ποτέ δέν τήν κατηγόρησε. (βάζει τά κλάματα) Ὦ μά ειναι φοβερό, φοβερό….

Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί κι ἐνῶ ἡ Τούλα περνοῦσε στόν Σπύρο τό βούτυρο γιά ν’ἀλέιψει τή φρυγανιά του, ἔλεγε.

Τούλα Νά σοῦ πῶ ἔνα νέο; Ἡ ἀστυνομία ὑποπτεύεται τόν Ἄγι!

Σπύρος (κατάπληκτος) Ἔλα!

Τούλα. Μά τό Θεό! Βλέπεις, τά συγκεντρώνει ὅλα: Κίνητρο: τήν περιουσία τοῦ πατέρα του πού ξαφνικά ἔχει πάρει μεγάλη ἀξία. Εὐκαιρία: τήν ὥρα πού πῆγε τό μπουκάλι μέ τό σιρόπι στήν κιουζίνα.

Σπύρος. Δηλαδή προμελέτη! Ἄ, μά δέν στέκει! Πῶς νά ξέρει ὁ Αγις ὅτι θά τήν πιάσει βήχας τή μητριά του καί ὅτι θά βρεῖ τήν εὐκαιρία νά βάλει μορφίνη μές στό σιρόπι της; Μπά! τραβηγμένο ἀπ’τά μαλλιά.

Τούλα: Ἡ ὅλη ὑπόθεση εἶναι τραβηγμένη ἀπ’τά μαλλιά. Ἅς τούς πάρουμε ἕναν ἕναν. Ὁ Παναγῆς πού τῆς χρωστοῦσε λεφτά: Ωραία. Ποῦ τή βρῆκε ὅμως τή μορφίνη; Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν Ἀνθοδέσμη. Εἶχαν κι οἱ δυό ἑκατό εὐκαιρίες νά βάλουν μορφίνη μές στό μπουκάλι τῆς γριᾶς μέγαιρας, ἀλλά που νά τή βροῦνε; Κι ὕστερα, ἄν τῆς εἶχαν βάλει τή μορφίνη στό μπουκάλι, γιατί τό ἄφησαν ἔτσι, δίπλα στό προσκέφαλό της, γιά νά τό βρει ὄμορφα ὄμορφα ἠ ἀστυνομία; Ὄσο εὔκολα μποροῦσαν νά δηλητηριάσουν ἕνα σιρόπι, ἄλλο τόσο εὔκολα μποροῦσαν καί νά τό ἐξαφανίσουν.

(πέρνει ἀνάσα καί συνεχίζει)

Ἅς πάρουμε τώρα τούς ἀπ’ἔξω. Ὁ γιατρός πρῶτος καί πιό ἀπίθανος. Ἀπό φόβο μήπως ἀνακινηθεῖ ἡ παλαιά ἱστορία τῆς ἀδερφῆς του. Ναί ἀλλά ὁ γιατρός δέν μπαινόβγαινε ἐλεύθερα στό σπίτι. Εἶχε μήπως βάλει – ἀπό πρόθεση ἤ ἀπό λάθος – μεγαλύτερη δόση μορφίνης στή συνταγή πού τῆς εἶχε ἑτοιμάσει; Τότε ὅμως γιατί δέν δηλητηριάστηκε ἡ Ἀντριάνα τόν χειμώνα, ὅταν πρωτοήπιε ἀπ’αὐτό τό μπουκάλι;

Ἀποκλείεται λοιπόν καί ὁ γιατρός.

Ἡ Σίσυ τώρα. Ἡ Σίσυ ἔχει κάμει τή σχολή νοσοκόμων καί ξέρει μερικά ἀπό ἱατρική. Ναί. Ἀλλά δέν εἶχε καμιά εὐκαιρία. Σέ καμιά στιγμή δέν πῆρε τό μπουκάλι στά χέρια της.

Ποιός μένει; (δραματικά) Ὁ Αγις!

Σπύρος. Καί ὁ Ἄγις ποῦ ὑποτίθεται πώς βρῆκε τή μορφίνη;

Σἰσυ. Πρῶτον, μπορεῖ νά τήν πῆρε ἁπλούστατα ἀπό τό φαρμακεῖο τοῦ θείου του. Αὐτό δέν θά ἦταν καθόλου δύσκολο ἀφοῦ φιλοξενεῖται ἐκεῖ. Καί δεύτερον, μπορεῖ νά τήν εἶχε φέρει μαζί του ἀπ’τήν Ἀθήνα. Σέ μιά μεγάλη πόλη αὐτά γίνονται πιό εὔκολα ἀπ’ὄ τι σ’ἕνα χωριό ὅπου ὅλοι παρακολουθοῦν ὅλους.

Σπύρος. Χμμ.. Καί τό πᾶνε, δηλαδή, στήν προμελέτη. Ὁ Αγις κατέβηκε στή Ροδοδάφνη ἀποφασισμένος ἤ νά πείσει τήν μητριά του γιά τό σχέδιο τοῦ ξενοδοχείου ἤ νά τήν βγάλει ἀπ’τή μέση. Ὅταν ἦρθε τό μπουκάλι μέ τό σιρόπι κι ἔμεινε πάνω στήν κονσόλα, ὁ Ἅγις εἶδε τήν εὐκαιρία καί τήν ἅρπαξε.

Τούλα. Ἀκριβῶς! Καί ὕστερα δέν μποροῦσε νά ξαναμπεῖ στό σπίτι γιά νά τό ἐξαφανίσει. (μέ τόνο πιό ἐπιθετικό) Τώρα θές νά σοῦ πῶ καί ἕνα ἄλλο νέο;

Σπύρος. Τί;

Τούλα: (δραματικά) Ἡ Σίσυ εἶχε στήν τσάντα της ἕνα μαντῆλι τοῦ Γιώργου.

Σπύρος (σαστίζοντας) Ποιοῦ Γιώργου;

Τούλα: Μά δέν σοῦ εἶπα πώς γνωρίστηκαν προχτές τό βράδυ στοῦ Παυλίδη τό ζαχαροπλαστεῖο καί ἡ Σίσυ ἄρχισε νά τοῦ κάνει τά γλυκά μάτια;Ὄχι δηλαδή ἀμέσως. Μόνον ὅταν ἄκοσε πώς εἶναι βιομήχανος. Ἔ, ἀπό τότε προόδευσε πολύ. Μέσα σέ δυό μέρες κατάφερε κι ὅλα νά κλάψει στόν ὦμο του.

Σπύρος. Καί ποῦ τό ξέρεις ἐσύ πώς ἔκλαψε στόν ὦμο του;

Τούλα. Διότι ὑπάρχει ἕνα συντριπτικό ποσοστό ἀνδρῶν πού παθαίνουν κεραυνοβόλο ἔρωτα μόλις μιά γυναίκα κλάψει στόν ὦμο τους.

Σπύρος. Ὡραῖος συλλογισμός!

Τούλα. Μπά; Καί τότε τί γύρευε τό μαντίλι τοῦ Γιώργου μές στήν τσάντα της; Τό εἶδα μέ τά μάτια μου. Ἔχει ἕνα μονόγραμμα ἀξέχαστο ὁ καυμένος ὁ Γιώργος.

Σπύρος. Μπορεῖ νά τοῦ τό δανείστηκε γιατί… γιατί…

Τούλα. Γιατί τί; Καί πρῶτον πρῶτον γιά νά τό δανειστεῖ, σημαίνει πώς τόν εἶδε. Καί δεύτερον, οἱ γυναῖκες δέν δανείζονται μαντήλια ἀπό τούς κυρίους γιά νά φυσήξουν τή μύτη τους. Γιά τή δουλειά αὐτή χρησιμοποιούν τά δικά τους. Δανείζονται μαντήλια μόνον ὅταν ἑτοιμάζονται νά κλάψουν. Νά κλάψουν, καταλαβαίνεις! Μέ σκοπό!

Σπύρος (μέ ἀποδοκιμασία) Εἶσαι ἀπαίσια, ὧρες ὦρες!

Τούλα. (ξυνισμένς) Μμμμ! Ἡ ἀλήθεια πάντα μᾶς φαίνεται ἀπαίσια! (ἀποφασιστικά) Ἐγώ πάντως δέν θά τ’ἀφήσω νά γίνει αὐτό!

Σπύρος. Ποιό αὐτό;

Τούλα (μέ ζέση.) Αὐτό πού σοῦ λέω! Ξέρω ἐγώ! Κι ἀφοῦ τό μπουκάλι χύθηκε στό πάτωμα! Κι ὁπωσδήποτε τί δουλειά εἶχε νά μιλήσει; Καί μή ξεχνᾶς ὄτι ἔχω πάρει κι ἐγώ τό πτυχεῖο ΄Αδελφῆς Νοσοκόμου. Νομίζεις πώς θά πάει στά πούφ! Κι ἀπό αὔριο θά σοῦ μετράω ὅλα σου τά μαντίλια! Καθημερινῶς!»

Μέσα στό ἱατρεῖο τοῦ κυρίου Σολδάτου, μέ τήν πόρτα κλειδωμένη, ἡ Τούλα μιλοῦσε μέ χαμηλή φωνή. Τό σπίτι ἦταν ἀδειανό καί ἀντηχοῦσε παράξενα. Ὁ Ἅγις εἶχε ἀνακριθεῖ καί ἐκρατεῖτο ἀκόμη στήν Χωροφυλακή. Ἡ Σίσυ τριγύριζε δῶθε κεῖθε τεντώνοντας τά σκοτεινά της μάτια. Καί τά αὐτιά τῆς ἐπίσης – σκεφτόταν ἡ Τούλα.

«Χρόνια τώρα τήν ἴδια συνταγή τῆς ἔγραφα» διαβεβαίωνε ὁ γιατρός

Ἀντάλλαξαν γιά λίγο ἀπόψεις γιά πιθανότητες καί γιά χημικές ἀντιδράσεις καί τίς συνήθεις τῶν αἰωρημάτων.

«Σίγουρα σέ καμιά σοφίτα θά βρίσκονται τά μπουκάλια» ἔκανε ἡ Τούλα.

«Θά ζητήσω αὔριο ἀπ’τόν Γεωργίτσα νά κάνουμε μιά ἔρευνα. Μπορεῖ νά μήν ἀποδείξει τίποτα, μά μπορεῖ καί νά μᾶς δώσει ἁπτές ἀποδείξεις.»

Φεύγοντας ἡ Τούλα χαμογελοῦσε ἰκανοποιημένη. Σίγουρα τό ὕφος τῆς μυστικότητας, τό κλείδωμα τῆς πόρτας…Ἔ, πρέπει νά εἶσαι ἀνώμαλος γιά νά μήν σοῦ κινηθεῖ ἡ περιέργεια…

Στή γωνία ἡ Ἀνθοδέσμη μιλοῦσε μιά μιά γειτόνια. Εἶδε τήν Τούλα πού περνοῦσε καί τῆς ἔρριξε μιά στραβή ματιά…

(μικρή μουσική γέφυρα)

Οἱ χωροφύλακες εἶχαν φύγει ἀπό τό σπίτι. Κανείς δέν φύλαγε πλέον. Μά καί κανείς δέν ἔμενε μέσα. Ἡ Ἀνθοδέσμη, μοναδική πιά κάτοικος εἶχε δηλώσει πώς δέν ξανακοιμόταν μοναχή της ἐκεῖ μέσα. Τό σπίτι ἦταν ἔρημο. Καί μισοσκότεινο…

-Ηταν περιττό νά ψάξει τά δωμάτια κάτω. Ἴσως μέσα στήν κουζίνα… Ἔρριξε μιά γρήγορη ματιά… Μπά, δέν βρισκόνταν ἐκεῖ…

τά σκαλοπάτια ἔτριζαν καθως ἀνέβηκε πρώτα στίς κρεββατοκάμαρες καί ὕστερα πάνω, στίς σοφίτες… Ἐκεῖ τά χέρια γέμιζαν σκόνη στό καθετί πού ἄγγιζες. Πηχτή, μαύρη σκόνη τῆς πολυκαιρίας.

Ἐπέμεινε. Συνέχιζε νά ψάχνει. Δέν μπορεῖ νά τά πέταγαν. Κανείς δέν πετάει τά μπουκάλια στά σκουπίδια.

Καί ξαφνικά τά βρῆκε. Ἀραδιασμένα στή σειρά. Μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς ταμπέλα. Μά τά ἴδια γράμματα. « Ἀνακινήσατε ζωηρῶς»

Ἔβγαλε γρήγορα ἕνα ἄλλο μπουκάλι. Μετάγγισε ἀπό κεῖ λίγο οἰνόπνευμα σ’ ἕνα ἀπ’τά παλαιά μπουκαλάκια- τό κούνησε, ἔχυσε τό ἀπόνερο μέσα σ’ἕνα κασόνι μέ ροκανίδια, πῆρε τό δεύτερο μπουακάλι, τό ξέπλυνε κι αὐτό, κι ὕστερα τό τριτο..

Ἀπότομα ἕνα μεγάλο φῶς ἄστραψε στό πρόσωπό της καί ὁ ἀνθυπομοίραρχος Γεωργίτσας τῆς ἐξηγοῦσε μέ βροντερή φωνή πώς ἠ καταστροφή οὐσιωδῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων σέ μιά ὑπόθεση φόνου…

Τούλα. (ἐνθουσιωδῶς) Τά ἔμαθες τά νέα;

Σπύρος. Κάπου τήν ἔχω ξανακούσει αὐτή τή φράση.

Τούλα (ἀπτόητη) Συνέλαβαν τή Σίσυ!

Σπύρος. Γιά τό φόνο τῆς Ἀντριάνας;

Τούλα. Ὄχι καλέ! Γιατί πῆρε κάμποσο οἰνόπνευμα καί ξέπλενε ὄμορφα ὄμορφα τά ἀδειανά μπουκαλάκια ἀπό τό σιρόπι. Χά! Χά! Χά! τί σοῦ ἔλεγα; Δέν σοῦ τό ἔλεγα πώς εἶναι ἐπικίνδυνη γυναίκα; Πώς δέν ἔχει μπέσα; Ἀλλά ὅποιος γυρεύει τά πολλά.. Καταλαβαίνεις;

Σπύρος. Οὔτε λέξη!

Τούλα. (ἐξηγεῖ) Τῆς πέρασε ἡ ἰδέα πώς μποροῦσε νά κλείσει τόν Ἄγι φυλακή. Τί ὠραῖος ρόλος τῆς ἀπόμενε! Ἡ δυστυχισμένη ὕπαρξη πού παντρεύτηκε ἕναν δολοφόνο! Τρέξτε κύριοι νά τήν παρηγορήσετε! Κι ὥσπου νά πεῖς κίμινο, θά εἶχε παντρευτεῖ τόν Γιῶργο. Διότι, ἀγαπητέ μου, τελικά προτιμᾶ κανείς νά δανείζει τά μαντήλια του στόν στενό οἰκογενειακό κύκλο καί ἑπομένως παντρεύεται τήν δακρύρροούσα γόησσα. Ἀλλά κι ἄν δέν τήν παντρευόταν ὁ Γιῶργος, πάλι κερδισμένη θά ἦταν. Ὁ Ἄγις φυλακή κι αὐτή ἔξω, μέ τήν περιουσία του στά χέρια της. Ἔ δέν θά ἦταν ἄσκημα! Ψί ψί ψί λοιπόν τόν ἀνθυπομοίραρχο, ψι ψί ψί τόν Γιῶργο, κατάφερε νά φέρει τή θηλειά βόλτα στό λαιμό τοῦ κακομοίρη τοῦ Ἄγι.

Σπύρος. Τοῦ κακομοίρη; Μά ἐσύ δέν μοῦ ἔλεγες χτές…

Τούλα. (ἀγέρωχα) Ἐγώ δέν σοῦ εἶπα τίποτα! (ἀλλάζει τόνο) Ἀλήθεια, δέν μοῦ λές; Ἐξαγοράζεται ἠ ποινή γι’αυτό πού ἔκαμε; Μέ τά μπουκάλια, ἐννοῶ πού τά ξέπλενε.

Σπύρος. Καί γιατί τά ξέπλενε;

Τούλα. Γιά νά μήν ἀποδειχθεῖ πώς σέ ὅλα τά κατακάθια τό ποσοστό τῆς μορφίνης ἦταν αὐξημένο. Κρυφάκουγε στήν πόρτα τήν ὥρα πού τά λέγαμε μέ τόν κύριο Σολδάτο, κι ἔτρεξε ἀμέσως νά ἐξαφανίσει τίς ἀποδείξεις.

Σπύρος. Στάσου! Πές μου πρώτα ποιός καί πῶς ἔκαμε τό φόνο.

Τούλα Κανείς. Ἀπολύτως κανείς! Ἤ μᾶλλον τό φόνο τόν ἔκαμε ἡ στριγγλιασμάρα τῆς γριᾶς μέγαιρας. Τά μπουκαλάκια ἔγραφαν ἀπάνω «Ἀνακινήσατες καλῶς.» Γιατί; Διότι – γιά νά στά πῶ ἁπλά – τά ὑπόλοιπα συστατικά τῆς συνταγῆς προκαλοῦν καθίζηση τῆς μορφίνης, Ἡ Ἀνθοδέσμη πῆγε ν’ἀναταράξει τό μπουκάλι. Ἡ Ἀντριάνα τῆς ἔβαλε τίς φωνές. Τό μπουκάλι ἔπεσε καί τό περισσότερο χύθηκε. Τί ἀπόμεινε μέσα ;Τό κατακάθι. Ἀδιάλυτο. Μέ θανατηρόφο πλέον ποσοστό μορφίνης. (μικρή παύση καί μετά ρεμβαστικά) Ἐλπίζω νά μήν ἐξαγοράζεται ἠ ποινή της. Δέν ξέρεις τί εὐχαρίστηση θά ἔχω νά τῆς στείλω στή φυλακή μαντήλια – ἕξη μεγάλα μαντήλια γιά δάκρυα.

Ἀθηνά Κακούρη

*Συμπεριλαμβάνεται σε συλλογή διηγημάτων, που κυκλοφόρησε από την ΕΣΤΙΑ. Εδώ, όπως διασκευάστηκε για την εκπομπή «Κλέφτες και αστυνόμοι» στον 902 αριστερά στα FM  (2008-2010),  σε σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια της Αντέλας Μέρμηγκα και αφήγηση του Δημήτρη Πουλικάκου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: