Ο Άλλος

.Δεν ξέρω πως έφτασα ξανά εδώ.

Ήταν μια βδομάδα που είχα βγει από τη φυλακή. Είχα αποφασίσει ν΄ αλλάξω ζωή. Είχα αποφασίσει να ζήσω. 15 χρόνια μέσα δεν ήταν λίγα. Είχα πληρώσει, μόνος εγώ, για τη ληστεία. Χαλάλι. Τώρα με περίμεναν τα χρήματα, καλά κρυμμένα. Και ήταν όλα δικά μου.

Πήγα και τα πήρα. 15 χρόνια τυλιγμένα με νάιλον, σ΄ένα τσίγκινο κουτί, κάτω από μια πλάκα της αυλής στο σπίτι της μάνας μου. Η μάνα είχε φύγει τον έβδομο χρόνο που ήμουν μέσα.

Αγόρασα ένα αυτοκίνητο, μεταχειρισμένο αλλά όμορφο. Μαύρο, διθέσιο, από αυτά με την κουκούλα, για να την κατεβάζω στις λιακάδες. Αν και νομίζω πως πάντα κατεβασμένη θα την έχω. Θέλω να βλέπω ουρανό. Δεκαπέντε χρόνια τον έβλεπα μόνο για μια ώρα τη μέρα, όσο κρατούσε η βόλτα στο προαύλιο.

Ήταν και το πιστόλι μέσα στο κουτί. Αυτό, που είχα στη ληστεία, το ίδιο που έφαγε εκείνο τον ηλίθιο φρουρό που πήγε να το παίξει ήρωας. Και το κουτί με τις σφαίρες. Το λάδωσα και το πήρα κι αυτό μαζί μου. Για ασφάλεια. Δε σκοπεύω να το χρησιμοποιήσω.

Ξεκίνησα για τον Πύργο, για το χωριό του πατέρα μου. Είχα έναν πρωτοξάδερφο εκεί, ερχόταν και μ΄ έβλεπε όσο ήμουν μέσα, κάθε φορά που ανέβαινε Αθήνα. Καλό παλικάρι, ξηγημένο. Μου είπε πως θα με βολέψει από δουλειά. Δεν ξέρει για τα λεφτά, δεν το είπα σε κανέναν. Όλοι νομίζουν πως τα έχουν οι άλλοι, που ξέφυγαν. Ίσως ανοίξω ένα μαγαζί. Θα πουλήσω το σπίτι της μάνας και θα πάω να ζήσω εκεί. Να αναπνέω και καθαρό αέρα. Δεκαπέντε χρόνια ο αέρας της φυλακής μου σακάτεψε τα πνευμόνια.

Ο καιρός ήταν καλός, είχα το αμάξι ξεσκέπαστο. Στην Αθηνών – Κορίνθου με 160 και μια αίσθηση τρελής χαράς. Για την ελευθερία μου. Η καλή μου διάθεση μετριαζόταν από το γεγονός ότι δίπλα μου καθόταν ο Άλλος. Είχε έρθει τον πέμπτο χρόνο που ήμουν κλεισμένος. Και από τότε δεν είχε φύγει. Άλλοτε ήταν καλή παρέα και άλλοτε όχι. Τις περισσότερες φορές ήταν θυμωμένος. Πολύ. Του έφταιγαν όλα και όλοι. Αυτός ήταν που επέμεινε να πάρω και το πιστόλι.

Πέρασα από την Πάτρα, να δω ένα φιλαράκι που είχαμε μοιραστεί το κελί για ένα διάστημα. Αυτός είχε καθαρίσει πριν τρία χρόνια. Έκλεισα δωμάτιο στο καλύτερο ξενοδοχείο της πόλης, προπλήρωσα τρία βράδια. Ένας νεαρός μου κουβάλησε τη βαλίτσα στο δωμάτιο, τράβηξε τις κουρτίνες, μου έδειξε τον κλιματισμό και με ρώτησε αν χρειαζόμουν τίποτε άλλο. “Μια πουτάνα”, πετάχτηκε ο Άλλος πριν προλάβω να μιλήσω. “Λένε πως εδώ στην Πάτρα έχετε τις καλύτερες!”. Το παλικαράκι κοκκίνισε, σαν να του έβρισε την αδερφή ή τη μάνα, αλλά δεν είπε τίποτα. Έβγαλε από την τσέπη του μια κάρτα και μου την έδωσε. “Tηλεφωνείστε σ΄ αυτό το νούμερο”, είπε, και έφυγε χωρίς να περιμένει φιλοδώρημα.

Ο Άλλος σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε. Παράγγειλε δυο πουτάνες, για δυο ώρες. Όταν ήρθαν τις έβαλε να χαϊδεύονται και τις κοίταζε. Δεν μπορούσε –ή δεν ήθελε- να κάνει κάτι μαζί τους. Τόσα χρόνια στη φυλακή είχε ξεμάθει. Τον έτρωγε και η πρέζα. Τα πρεζάκια δεν πηδάνε. Τις πλήρωσα κι έφυγαν.

Βγήκαμε έξω. Η νύχτα ήταν γλυκιά, αφήσαμε την οροφή και πάλι ανοιχτή. Ο Άλλος ήθελε να πιει. Φοβόμουν, ήταν φτιαγμένος, είχε μαζί του και το πιστόλι. Το έπαιζε στα χέρια του, σαν κομπολόι. Του ζήτησα να το κρύψει, θα με έβαζε σε μπελάδες.

Το μαγαζί ήταν έξω απ΄ την πόλη, στο δρόμο που οδηγούσε στο Δρέπανο. Μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο, κωλάδικο του κερατά. Οι μισοί εκεί μέσα ήταν νταβατζήδες με τις πουτάνες τους και οι άλλοι μισοί αγρότες που άφηναν τα έσοδα της σοδειάς του χρόνου, ανάμεσα στα μπούτια μιας τραγουδιάρας της συμφοράς. Θα μου πεις τώρα, πώς τους κρίνω εγώ, ε; Εγώ θα γινόμουν άνθρωπος, θα άνοιγα μαγαζί. Και θα ξεχνούσα εκείνη τη μέρα. Και το μαλάκα το φρουρό. Και τη χήρα του με τα δυο μυξιάρικα. Όλα θα τα ξεχνούσα και θα ξανάρχιζα από το μηδέν. Μόνο ο Άλλος να μην υπήρχε…

Κάτσαμε σ΄ένα τραπέζι από τα μπροστινά. Παράγγειλε ουίσκι. Εγώ δεν ήθελα να πιω. Και ούτε εκείνος θα έπρεπε, κανονικά. Είχε ήδη χοντρό φτιάξιμο από την πρέζα, δεν χρειαζόταν το αλκοόλ.

Το είδα νάρχεται. Όταν αγόρασε εκείνα τα καλάθια με τα λουλούδια και άνοιξε το καφάσι με τις σαμπάνιες στο μουνί που ήταν πάνω στην πίστα. Ο δικός της, ένας γύφτος με χρυσές αλυσίδες παντού, τον αγριοκοίταξε και κάτι είπε στο διπλανό του. Γέλασαν δυνατά και τον ξανακοίταξαν προκλητικά. Μέγα λάθος. Ποτέ δεν κοιτάς προκλητικά τον Άλλο. Κυρίως όταν είναι φτιαγμένος. Και όταν έχει το πιστόλι…

***

Δεν ξέρω πως έφτασα ξανά εδώ.

Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Άλλος πρέπει να φύγει, να με αφήσει. Εξαιτίας του είμαι πάλι μέσα. Εσυ δεν τον βλέπεις, γιατρέ, μα είναι πάντα μαζί μου, όπου εγώ κι αυτός. Και τα σκατώνει πάντα. Δεν ξέρω καν γιατί ήρθε. Μα ξέρω πως θέλω να φύγει. Ο Άλλος. Και να κοιμηθώ. Είμαι πολύ κουρασμένος…

Νίνα Κουλετάκη

*Πρώτη δημοσίευση στο blog “Shine on, you crazy diamond”, τον Ιούλιο του 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: