Φίλοι για πάντα

image-3-for-ticket-03-02-12-gallery-367499289Της Κωνσταντίνας Μόσχου

«Ένας πραγματικός φίλος ποτέ δεν μπαίνει στο δρόμο σου, εκτός και αν πηγαίνεις προς τα κάτω» (Arnold H. Glasow)

Έβγαλα το κεφάλι μου έξω απ’ το παράθυρο και κοίταξα με δέος προς τα κάτω. Μεγάλο το ύψος, τεράστια η απόσταση ως το  πεζοδρόμιο∙ εφτά όροφοι! Ξεροκατάπια! Δεν πρόκειται να τη γλιτώσει ο Αναστάσης, αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Εκτός και αν… Αν κατόρθωνα με κάποιον τρόπον να τον μεταπείσω, προτού τολμήσει το άλμα στο κενό. Αλλά πώς;

Το βλέμμα μου πήγε ύστερα και καρφώθηκε πάνω στα γουρλωμένα του μάτια. Τέτοιο ύφος είχα να ξαναδώ σε ταινία τρόμου, μονάχα που τώρα τη ζούσα στ’ αλήθεια αυτή τη σκηνή.

«Ρε Αναστάση! Ρε φίλε! Άσε με να σε βοηθήσω! Μην τα βλέπεις όλα μαύρα!»

«Σκάσε. Σκέφτομαι». Μου απάντησε εκείνος ξερά και τέντωσε το ένα του πόδι μπροστά από το σανίδι της σκαλωσιάς, απειλώντας με.

Το ήξερα πως δεν θα το έκανε ακόμα. Όμως φοβήθηκα. Αν υπήρχε έστω και αυτή η ελάχιστη πιθανότητα να το τολμήσει, δεν ήθελα να με πουν εμένα ηθικό αυτουργό. Και θα είχαν όλα τα δίκια του κόσμου για να το συμπεράνουν: Μόνοι, οι δυο τους στο γραφείο. Κανείς άλλος. Δεν υπάρχουν μάρτυρες για να ξέρουν τι ειπώθηκε μεταξύ τους.

Τουλάχιστον, είχα ένα ελαφρυντικό. Ο ίδιος ο Αναστάσης είχε προλάβει να κλειδώσει την πόρτα του γραφείου και να χώσει το κλειδί στην τσέπη του. Και έπειτα, να δρασκελίσει τρελαμένος το περβάζι του παραθύρου και να πηδήσει στην πλαϊνή σκαλωσιά από την πρόσφατη ανακαίνιση. Τώρα, κάνει τα επικίνδυνα ακροβατικά του στην άκρη μιας σανίδας.

Το άσχημο στη δική μου περίπτωση εξακολουθεί να είναι πως δεν υπάρχουν μάρτυρες. Για όλους εκεί μέσα, στην κωλοεπιχείρηση, εγώ θα είμαι πάντα ο ξανθομπάμπουρας ο Μάριος, ο ξένος∙ ενώ ο άλλος είναι ο δικός τους, ο Αναστάσης. Εκείνος όμως κρεμούσε λαμπάκια στο μπαλκόνι του κάθε Χριστουγέννα, ενώ εγώ, ανελλιπώς, είχα τη σημαία στο δικό μου μπαλκόνι ολόκληρο τον Οκτώβριο και τον Μάρτιο.

Τριάντα χρόνια στην επιχείρηση, και φρόντιζα να φυτρώνω μάτια και πίσω από την πλάτη μου, διαισθανόμενος την εχθρότητά τους, ακόμα και όταν αυτή δεν υπήρχε. «Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις», ήταν η ατάκα του Αναστάση. «Μάλλον έχεις τη μύγα και μυγιάζεσαι. Νομίζεις πως οι άλλοι δεν έχουν τι να κάνουν και ασχολούνται συνέχεια μαζί σου;»

Ωστόσο, δεν είναι τώρα αυτό το θέμα μας. Εκείνο που επείγει είναι να  σώσουμε τον Αναστάση, όχι εμείς, γιατί δεν υπάρχει κανείς άλλος στο γραφείο, αλλά εγώ, ο μόνος που έμεινε από τους τελευταίους, όπως κάνω συνήθως.

«Οκέι», του απάντησα συγκαταβατικά, και έβαλα το κεφάλι μέσα. «Μην πηδήξεις όμως, ώσπου να πάρω μερικά τηλέφωνα…»

«Σκάσε!» ούρλιαξε εκείνος αφιονισμένος που εγκατέλειψα προσωρινά την προσπάθεια να τον σώσω. «Θα κάνω ό,τι θέλω και όποτε μου γουστάρει θα πέσω!»

«Και βέβαια», είπα δυνατά. «Κρατήσου όμως λίγο, να ειδοποιήσω την πυροσβεστική. Υπάρχει, ξέρεις, η πιθανότητα να πέσεις πάνω στην τέντα του πρώτου ορόφου. Και τότε, κακομοίρη μου, τη γλιτώνεις. Με τη διαφορά όμως πως θα μείνεις παράλυτος για πάντα. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο!»

Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, ξανακούστηκε ο βρυχηθμός του, λίγο πιο σιγανά τώρα: «Σκάσε».

Ξανάβγαλα το κεφάλι μου έξω. Με χτυπούσε και η αντηλιά, καθώς τον μισοέβλεπα με κόντρα τον ήλιο, αλλά δεν είχα και άλλες επιλογές.

«Κάτσε να θυμηθώ», του είπα, «από πού ξεκίνησε ο καυγάς μας. Ή μάλλον δεν ήταν καυγάς. Ένας μονόλογος ήταν από εσένα. Ρε Αναστάση, τι σου έφταιξα εγώ τώρα να τα ζω όλα αυτά; Εμείς οι δυο δεν είμαστε φίλοι;»

Δεν μου απάντησε «σκάσε», οπότε υπέθεσα ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, και πως μπορώ να συνεχίσω.

«Λοιπόν», είπα πιο σιγανά, ήρεμα, για να μην τον νευριάσω, «αν κατάλαβα καλά, σε μια εποχή που οι άνθρωποι πεθαίνουν από έλλειψη φαρμάκων και τροφής, εσένα σου φταίει η μείωση του μισθού σου, τα χρέη στην τράπεζα και η αδιαφορία της γυναίκας σου. Σκέψου τώρα πως θα μπορούσες να ήσουν στη χειρότερη θέση, δηλαδή να μην είχες ούτε υγεία, ούτε στέγη, ούτε και φαγητό. Τι θα έκανες τότε, ρε μαύρε;»

«Το ίδιο που θα κάνω και τώρα». Μου απάντησε εκείνος πάλι ξερά. Ξανατέντωσε το πόδι του μπροστά.

Μάλλον είχα προσεγγίσει λάθος το θέμα. Εκείνος ήθελε κάτι περισσότερο δραστικό. Κάτι… σαν τη γυναίκα του.

«Μην το κάνεις ακόμα…»  του είπα παρακλητικά, αν και ακούστηκε ψεύτικα. «Έχω ειδοποιήσει και την Αρετή. Έκλαιγε πριν από λίγο. Σπάραξε η κακομοίρα στο κλάμα…»

Ο Αναστάσης ξέσπασε τώρα σε ηχηρά γέλια. Ξανά λάθος η προσέγγισή μου.

«Τι μας λες!» με ειρωνεύτηκε. «Θα σπάραξε τόσο, που της χάλασε η μάσκαρα! Σκάσε». Μου ξαναείπε άσχετα, ξέροντας πως ίσως θα προσπαθούσα να τη δικαιολογήσω.

«Έσκασα». Του απάντησα μονολεκτικά, ενώ επεξεργαζόμουν από μέσα μου καινούριους τρόπους να αγγίξω την ψυχή του με λογικά επιχειρήματα, αφού δεν έπιανε τόπο το μελό.

Χτύπησε ξαφνικά το τηλέφωνο και δεν ήξερα αν πρέπει να το σηκώσω ή όχι. Μονάχα όταν συνειδητοποίησα πως ήταν από την Αρετή, βούτηξα πάνω στο γραφείο για να της μιλήσω. Δεν πρόλαβα. Την επόμενη στιγμή, εκείνη τον είχε πάρει στο κινητό.

Είδα τον Αναστάση να ταρακουνιέται επικίνδυνα πάνω στο μαδέρι της σκαλωσιάς, προσπαθώντας να βγάλει το κινητό από την τσέπη, εκεί όπου είχε χώσει και το κλειδί του γραφείου. Με τις βιαστικές του κινήσεις, το κλειδί μπλέχτηκε, κι ύστερα τού γλίστρησε και τινάχτηκε στον αέρα, διαγράφοντας μια θλιβερή τροχιά προς τα κάτω.

Αναστέναξα. Τώρα ήμουν για τα καλά κλειδωμένος εκεί μέσα. Η μόνη μου ελπίδα ήταν να έρθει σύντομα η αστυνομία, και κάποιος άλλος, περισσότερο «ειδικός» από εμένα, να αναλάβει αυτή τη νοσηρή διαπραγμάτευση.

«Ακούω. Λέγε». Μιλούσε στην Αρετή θυμωμένα, δεν ξέρω γιατί. Όλα του έφταιγαν εκείνη τη στιγμή – και πού να ήξερε για εμάς τους δύο, ο κεφτές! «Εντάξει». Τώρα ήταν ήρεμος. Περισσότερο ήρεμος από ποτέ.

Έκλεισε το κινητό και το κοίταξε για λίγες στιγμές συλλογισμένος. Έδειχνε να παίρνει τις μεγάλες του αποφάσεις. Όμως ήταν τόσο δειλός! Ήμουν βέβαιος ότι δεν είχε το σθένος να πηδήξει στο κενό. Τα λαμπάκια τον μάραναν, κάθε Χριστούγεννα να κρεμιέται απ’ το περβάζι του σπιτιού του, για να το στολίζει απ’ όλες τις γωνιές!

«Εντάξει, τώρα, φίλε;» τον ρώτησα σχεδόν λαχανιασμένος από την ένταση. Είχα την υποψία πως η Αρετή είχε κερδίσει τη μάχη. Τον είχε πείσει τον άντρα της πως πρέπει να ζήσει. Φαινόταν από το χαμόγελό του.

«Έλα!» μου έγνεψε. «Βοήθησέ με να βγω από εδώ!»

«Πώς…» έκανα σαν χαμένος.

«Δεν μπορώ… Ζαλίζομαι… Θα πέσω…» έκανε εκείνος σχεδόν κλαψουρίζοντας.

Τον διαολόστειλα από μέσα μου, αλλά τώρα έπρεπε να κάνω την πιο επικίνδυνη δουλειά. Από πού να πιαστώ για να τον τραβήξω μέσα; Πάτησα πάνω στο περβάζι, κρατήθηκα πρόχειρα με το ένα χέρι στην κάσα του παραθύρου, και τέντωσα το σώμα μου προς τη σκαλωσιά, απλώνοντας ταυτόχρονα το άλλο μου χέρι προς τον Αναστάση.

«Λίγο ακόμα, Μάριε…» είπε εκείνος. «Με φτάνεις…. Λίγο ακόμα…»

Τώρα είχα χάσει το κέντρο βάρους μου, ρίχνοντάς το όλο προς το μέρος του. Τον εμπιστευόμουν όμως. Ήξερα πως εκείνος σκαρφάλωνε συνέχεια, αγριοκάτσικο ήτανε. Μπορούσε εύκολα να πιαστεί απ’ το χέρι μου και να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Τι σκατά φίλοι ήμασταν;

Το χαμόγελό του τώρα ήταν διάπλατο. Χαμόγελο ζωής. Μιας ελάχιστης ζωής, όσης του είχε απομείνει. Το χέρι του άδραξε δυνατά το δικό μου, ενώ με το άλλο κρατούσε το κινητό. Το άκουσα ξανά να χτυπά, και…

Τότε συνειδητοποίησα πως αυτός ήταν ο δικός μου ήχος, ήταν το δικό μου κινητό εκείνο που τον είχε καλέσει η Αρετή. Η Αρετή…

 Ήταν η τελευταία μου σκέψη, καθώς με τραβούσε ο Αναστάσης μαζί του στο κενό… Το βλέμμα του διασταυρώθηκε για λίγο με το δικό μου. Είχε το ύφος του νικητή, κάποιου που ξέρει και να χάνει αλλά και να κερδίζει…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: