<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:georss="http://www.georss.org/georss" xmlns:geo="http://www.w3.org/2003/01/geo/wgs84_pos#" xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/"
	>

<channel>
	<title>Ε.Λ.Σ.Α.Λ.</title>
	<atom:link href="http://crimefictionclubgr.wordpress.com/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com</link>
	<description>ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ</description>
	<lastBuildDate>Sat, 14 Jan 2012 21:20:20 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>http://wordpress.com/</generator>
<cloud domain='crimefictionclubgr.wordpress.com' port='80' path='/?rsscloud=notify' registerProcedure='' protocol='http-post' />
<image>
		<url>http://1.gravatar.com/blavatar/dffb6ab2ea420dbf6af28660074ebf8c?s=96&#038;d=http%3A%2F%2Fs2.wp.com%2Fi%2Fbuttonw-com.png</url>
		<title>Ε.Λ.Σ.Α.Λ.</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com</link>
	</image>
	<atom:link rel="search" type="application/opensearchdescription+xml" href="http://crimefictionclubgr.wordpress.com/osd.xml" title="Ε.Λ.Σ.Α.Λ." />
	<atom:link rel='hub' href='http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?pushpress=hub'/>
		<item>
		<title>Μαμαλούκας στην Επίδαυρο</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/10/mamalux/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/10/mamalux/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 10 Jan 2012 17:08:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1939</guid>
		<description><![CDATA[<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1939&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/mamaloukas1.jpg"><img class="aligncenter size-full wp-image-1941" title="mamaloukas" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/mamaloukas1.jpg?w=450&#038;h=646" alt="" width="450" height="646" /></a></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1939/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1939&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/10/mamalux/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/mamaloukas1.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">mamaloukas</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Την έλεγαν «Άννα»</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/05/anna-kyr/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/05/anna-kyr/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 05 Jan 2012 15:01:48 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1931</guid>
		<description><![CDATA[Την είδε την ώρα που κατηφόριζε τη Μασσαλίας, ντυμένη με εκείνο το χοντρό μπλε μπουφάν, τόσο φουσκωτό που την έκανε να φαίνεται διπλάσια. Ναι, αυτή ήταν, η ίδια γυναίκα που είχε δει δυο μέρες πριν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή, «Ιδρωμένο καλοκαίρι», στη Στοά του Βιβλίου. Φορούσε το ίδιο πολυκαιρισμένο μπουφάν, με χαραγμένα [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1931&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:justify;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/homeless_woman_at_the_plaza_de_los_dos_congresos_buenos_aires_argentina.jpg"><img class="aligncenter size-full wp-image-1932" title="Homeless_Woman_at_the_Plaza_de_los_Dos_Congresos_Buenos_Aires_Argentina" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/homeless_woman_at_the_plaza_de_los_dos_congresos_buenos_aires_argentina.jpg?w=450&#038;h=253" alt="" width="450" height="253" /></a>Την είδε την ώρα που κατηφόριζε τη Μασσαλίας, ντυμένη με εκείνο το χοντρό μπλε μπουφάν, τόσο φουσκωτό που την έκανε να φαίνεται διπλάσια. Ναι, αυτή ήταν, η ίδια γυναίκα που είχε δει δυο μέρες πριν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή, «Ιδρωμένο καλοκαίρι», στη Στοά του Βιβλίου. Φορούσε το ίδιο πολυκαιρισμένο μπουφάν, με χαραγμένα πάνω του τα σημάδια ενός άλλου. Οι τσέπες ξεχειλωμένες, οι γιακάδες ξεβαμμένοι, τα κουμπιά ίσα ίσα έπιαναν στις κουμπότρυπες. Εκείνο το βράδυ, της βιβλιοπαρουσίασης, περίμενε να τελειώσει η εκδήλωση και όρμησε στο μπουφέ με τους μεζέδες. Πήρε ένα άσπρο πλαστικό πιάτο και το γέμισε με ό,τι χώραγε. Καναπεδάκια με σολομό πασπαλισμένο με άνιθο, αλμυρά σνακς με τυρί φιλαδέλφεια, άλλα με αγγούρι και ντομάτα. Έτρωγε με μεγάλη βουλιμία και στο άσπρο πλαστικό ποτήρι είχε βάλει κόκκινο κρασί, χύμα από ένα οινοποιείο στα Μεσόγεια. Καθόταν σε μια καρέκλα, μερικά τραπέζια μακριά από τους βιβλιόφιλους της παρουσίασης του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο συγγραφέας, μόλις τελείωσε και τις τελευταίες χειραψίες, την πλησίασε και προσπάθησε να μάθει το όνομά της, όχι ότι τον ένοιαζε αλλά το έκανε για λόγους δημοσίων σχέσεων. Της συστήθηκε, κι εκείνη του απάντησε ότι την έλεγαν «Άννα». Την ευχαρίστησε κι έφυγε από το τραπέζι της. Μια χειραψία τόσο συνηθισμένη και γρήγορη που έμοιαζε με κατούρημα σε μπαρ μετά από δυο τρεις μπύρες. Εκείνη, την ώρα που έβαζε στο στόμα της το τελευταίο καναπεδάκι με σολομό, του είπε «πρόσεχε τον τίτλο που έχεις βάλει στο βιβλίο σου». Και μετά ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο κρασί της και ρεύτηκε χωρίς κανείς να την πάρει χαμπάρι.<br />
Ο συγγραφέας δεν έδωσε σημασία στο χρησμό της άγνωστης γυναίκας με το όνομα «Άννα». Τέλειωσε τις χειραψίες, καληνύχτισε τους δημοσιογράφους, τον εκδότη του και τους παρευρισκόμενους κι έφυγε για το σπίτι του. Ο συγγραφέας ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην Ιπποκράτους.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο αστυνομικός διευθυντής Μάνος Χάρης, ως βιβλιόφιλος που ήταν, είδε τη σκηνή με τη γυναίκα στη βιβλιοπαρουσίαση, αλλά δεν έδωσε σημασία. Άλλωστε ήταν γνωστό το φαινόμενο στην Αθήνα της κρίσης. Άνθρωποι ετοιμόρροποι, από όλες τις απόψεις, κάτωχροι στην πλειονότητά τους, διάβαζαν εφημερίδες και πήγαιναν σε επίσημες εκδηλώσεις για να φάνε. Μόνο και μόνο γι’ αυτό. Υπηρετούσε σε μια καινούργια υπηρεσία. Την «ΜΑΣ», που φτιάχτηκε το Δεκέμβριο του 2011. Τη Μονάδα Αστυνόμευσης Συσσιτίων. Παρ’ όλα αυτά τον ενδιέφεραν τα βιβλία. Ήταν 17 Ιανουαρίου του 2012 όταν έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή και την είχε πρωτοδεί.</p>
<p style="text-align:justify;">Όταν ξαναείδε αυτήν τη γυναίκα να περπατάει στη Μασσαλίας, ξύπνησε μέσα του το δαιμόνιο για έρευνα. Και άρχισε να την ακολουθεί. Έτσι από βίτσιο. Την είδε να περπατάει στον πεζόδρομο της Μασσαλίας, παρακάτω ν’ αγοράζει από το περίπτερο στην Ακαδημίας, ένα εισιτήριο για λεωφορείο και στάθηκε στη στάση του Α3, Γλυφάδα μέσω Λ. Βουλιαγμένης. Τα συσσίτια στην Αθήνα ήταν σε συγκεκριμένα σημεία. Καλλιδρομίου, Φ. Νέγρη, Ιπποκράτους, Αθηνάς. Για τα περισσότερα συσσίτια την ευθύνη είχε η εκκλησία. Είχαν ξεκινήσει από τη Σόλωνος και είχαν επεκταθεί και σε άλλες συνοικίες της Αθήνας. Μπήκε μαζί της στο λεωφορείο.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Μάνος Χάρης κατέβηκε μαζί της, στην ίδια στάση, στη Γλυφάδα. Την είδε να μπαίνει σ’ ένα παράπηγμα πίσω από την πλατεία Χωρικών. Μια πράσινη πόρτα με δυο ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, κι έναν μικρό κήπο γεμάτο αγριόχορτα, έτοιμα να καταπιούν όποιο έντομο τολμούσε να πετάξει ανάμεσά τους. Η ερευνητική απληστία του Μάνου Χάρη σταμάτησε εκεί, τα συσσίτια στην Αθήνα δεν του άφηναν πολλά περιθώρια για αστυνομική έρευνα, όπως την έκανε ο ίδιος. Πήρε ένα ταξί και γύρισε στο γραφείο του. Μπάτσος ήταν. Και είχε να επιτηρήσει τα συσσίτια που ολοένα και περισσότερο απλώνονταν σ’ ολόκληρο το Λεκανοπέδιο της Αθήνας. Είχε δικούς του ανθρώπους, έμμισθους μπάτσους με πολιτικά και με κομμένα επιδόματα παντού, σε όλα τα σημεία της Αθήνας όπου υπήρχαν συσσίτια. Οι οργανωμένες συμμορίες, αλλοδαπών και ντόπιων, οργάνωναν επιθέσεις, έκλεβαν τις μερίδες των συσσιτίων και τις πωλούσαν σε αστέγους άλλων προαστίων.</p>
<p style="text-align:justify;">Το πρωί της 19ης Ιανουαρίου 2012, ο Μάνος Χάρης, ο μπάτσος που είχε υπό την επιτήρησή του τα συσσίτια της Αθήνας, πήρε ένα σημαντικό ανώνυμο τηλεφώνημα: «Το βράδυ, να ξέρεις, αυτή που τη λένε «Άννα» ετοιμάζει κάτι», τού είπε η άγνωστη φωνή. Ετοίμασε την ομάδα του. Ένα από τα στελέχη της Μονάδας Αστυνόμευσης Συσσιτίων είχε επιφορτιστεί με την υπόθεση «Άννα». Όλα πήγαιναν καλά. Οι φτωχοί της Αθήνας, περίπου ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι έτρωγαν στα συσσίτια. Όλα πήγαιναν καλά στην έρευνά του.</p>
<p style="text-align:justify;">Βγήκε από το γραφείο του, πήρε το Audi A3 που είχε, το μόνο που κατάφερε να αγοράσει με τα λεφτά που τού άφησε ο πατέρας του όταν πέθανε το 2005, και πήγε στη Γλυφάδα. Σταμάτησε στο σπίτι της υποτιθέμενης «Άννας», πίσω από την πλατεία Χωρικών. Η «Άννα» ήταν νεκρή, με μια σφαίρα στον κρόταφο, έμοιαζε με αυτοκτονία. Ήταν εκεί ο ιατροδικαστής. Το πρόσωπό της είχε το ίδιο χρώμα της τέφρας, όπως κι εκείνο το βράδυ που την είδε στη Μασσαλίας. Το σπίτι ήταν ανάκατο. «Η Άννα, είναι αδύνατον, να είχε πιστόλι», σκέφτηκε. Αντί για επιστολή, δίπλα στο πτώμα βρέθηκε ένα μεγάλο δημοσίευμα εφημερίδας με όλες τις βιβλιοπαρουσιάσεις του εξαμήνου. Και ένα άρθρο του Ισίδωρου Καλδή, σε μια εφημερίδα, υπό τον τίτλο: «Ήρθε η ώρα να φάει ο ένας τον άλλον».</p>
<p style="text-align:justify;">Τότε γύρισε αμέσως στο γραφείο του κι άρχισε να διαβάζει το «Ιδρωμένο καλοκαίρι» του Ισίδωρου Καλδή. Στην 23η σελίδα το μάτι του εγκλώβισε κάτι και το ρούφηξε, σα μέλισσα σε λουλούδι γεμάτο γύρη: «Δεν ιδρώνω από τη ζέστη του καλοκαιριού. Ιδρώνω από αγωνία. Δεν είναι ιδρώτας φυσιολογικός, είναι στάλες από το δέρμα μου που λιώνει στις σκέψεις που κάνω. Δεν ανέχομαι πολλά. Δεν αντέχω. Έχω γεράσει; Μου παίρνουν τα πάντα οι λογιστές και οι εφοριακοί, μού κλέβουν τα όνειρα. Δεν θα μου κλέψουν τη ζωή. Δεν θα ανταλλάξω ό,τι μου κλέβουν με την υπόσχεση του φαγητού και μόνο. Θέλω να σκοτώσω όσους ζουν μόνο για να τρώνε, γιατί ζωή δε σημαίνει μόνο φαγητό».</p>
<p style="text-align:justify;">Την επόμενη ημέρα τηλεφώνησε στον εκδοτικό οίκο για να βρει τον Καλδή. «Λυπούμαστε», του είπε η γραμματέας του εκδοτικού οίκου. «Ο κ. Καλδής είναι νεκρός. Αυτοκτόνησε το βράδυ της 19ης Ιανουαρίου 2012», ήταν η τυπική απάντηση. Το τεφρώδες χρώμα που είχε το πτώμα της «Άννας», είχε απλωθεί και στο πρόσωπο του Μάνου Χάρη. Στις 20 Ιανουαρίου είδε στις εφημερίδες και το ρεπορτάζ για τη βιβλιοπαρουσίαση του Καλδή. Στις φωτογραφίες φαινόταν η χειραψία με την «Άννα». Τα πρόσωπά τους είχαν το ίδιο κίτρινο χρώμα. Για άλλους λόγους ο καθένας… Δίπλα στο πτώμα της ήταν πεταμένο άτσαλα εκείνο το χοντρό μεταχειρισμένο μπλε μπουφάν, αυτό το τόσο χοντρό που την έκανε να φαίνεται διπλάσια. Ο Μάνος Χάρης άνοιξε ξανά τη λίστα με τα συσσίτια και προγραμμάτισε τις περιπολίες της επόμενης ημέρας. Πλησίαζαν Χριστούγεννα, όταν ο Ισίδωρος Καλδής έγραψε το άρθρο, αλλά ο τίτλος είχε κολλήσει στα μάτια τού Μάνου Χάρη: «Ήρθε η ώρα να φάμε ο ένας τον άλλον»… Όσο για το πιστόλι, θα περίμενε το εγκληματολογικό εργαστήριο να αποφανθεί. Στο μεταξύ, άνοιξε τις μπαλκονόπορτες στο διαμέρισμά του στην Ιπποκράτους για να μπει φρέσκος αέρας. Από μακριά, που στο διάολο πάλι, έρχονταν οσμές δακρυγόνων. H «Άννα», η κάτωχρη γυναίκα των βιβλιοπαρουσιάσεων και των συσσιτίων δεν υπήρχε πια…</p>
<p style="text-align:right;"><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1931/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1931&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/05/anna-kyr/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/homeless_woman_at_the_plaza_de_los_dos_congresos_buenos_aires_argentina.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">Homeless_Woman_at_the_Plaza_de_los_Dos_Congresos_Buenos_Aires_Argentina</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Οταν ο ιατρός εμπνέει τον ντέτεκτιβ περισσότερο από όσο ο ντέτεκτιβ τον ιατρό: Σέρλοκ Χολμς, ο αιώνιος μύθος.</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/05/sherloc/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/05/sherloc/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 05 Jan 2012 09:11:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1919</guid>
		<description><![CDATA[Των ιατρών Θεοδώρου Α. Πέππα και Αλεξάνδρου Σ. Στεφανίδη Το Εδιμβούργο, η πρωτεύουσα της Σκωτίας, φέρει το προσωνύμιο &#8220;Αθήνα του Βορρά&#8221;. Το προσωνύμιο αυτό οφείλεται μερικά στην ύπαρξη πάνω στον λόφο του Carlton Hill ενός μάλλον επιτυχούς αντίγραφου του μνημείου του Λυσικράτη και ενός ανεπιτυχέστατου αντίγραφου του Παρθενώνα. Στους πρόποδες του λόφου αυτού, σε μία [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1919&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div id="attachment_1920" class="wp-caption aligncenter" style="width: 298px"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/sherlock_holmes_portrait_paget.jpg"><img class="size-full wp-image-1920" title="Sherlock_Holmes_Portrait_Paget" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/sherlock_holmes_portrait_paget.jpg?w=450" alt=""   /></a><p class="wp-caption-text">Sherlock Holmes</p></div>
<h3 style="text-align:right;"><span style="color:#ff0000;">Των ιατρών Θεοδώρου Α. Πέππα και Αλεξάνδρου Σ. Στεφανίδη</span></h3>
<p style="text-align:justify;">Το Εδιμβούργο, η πρωτεύουσα της Σκωτίας, φέρει το προσωνύμιο &#8220;Αθήνα του Βορρά&#8221;. Το προσωνύμιο αυτό οφείλεται μερικά στην ύπαρξη πάνω στον λόφο του Carlton Hill ενός μάλλον επιτυχούς αντίγραφου του μνημείου του Λυσικράτη και ενός ανεπιτυχέστατου αντίγραφου του Παρθενώνα. Στους πρόποδες του λόφου αυτού, σε μία μικρή πλατεία, την Picardy Place, μια μπρούτζινη πλακέτα στην πόρτα με τον αριθμό 7 υποσημειώνει την γέννηση κάποιας αξιόλογης προσωπικότητας. Η παρουσία ακριβώς απέναντι ενός μικρού αγάλματος καθιστά περιττή την ανάγνωση της πλακέτας, καθώς η φιγούρα με το μακρύ παλτό, το περίεργο καπέλο και την γυριστή πίπα είναι αμέσως αναγνωρίσιμη από τον επισκέπτη οποιασδήποτε εθνικότητας. Πράγματι, στο σπίτι αυτό το 1859 γεννήθηκε ο Arthur Conan Doyle, ο συγγραφέας που δημιούργησε τον Sherlock Holmes.</p>
<p style="text-align:justify;">    Η φράση &#8220;μυθιστορηματικός ήρωας&#8221; είναι μάλλον πενιχρή για να περιγράψει την φήμη και την δημοτικότητα του ντέτεκτιβ αυτού. Τα βιβλία με τις περιπέτειές του έχουν μεταφρασθεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες της γης και είναι το συχνότερα απεικονισθέν πρόσωπο σε κινηματογραφικές ταινίες (τον έχουν υποδυθεί 79 διαφορετικοί ηθοποιοί σε 193 ταινίες συνολικά μέχρι το 1988, έναντι του Ναπολέοντα που ακολουθεί με 179) ( 1 ) . Τα 79 , όμως, ονόματα των ηθοποιών στο βιβλίο που γράφτηκε το 1988 έχουν ήδη γίνει &#8230;.235 εν έτει 2010 [2] με τελευταία (και ατυχέστερη όλων, κατά την γνώμη των συγγραφέων,) την πλέον  πρόσφατη απεικόνιση από τον Robert Downey Jr στο φιλμ &#8220;Σέρλοκ Χολμς&#8221;</p>
<p style="text-align:justify;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/rdj-as-sherlock-holmes.jpg"><img class="aligncenter size-medium wp-image-1921" title="rdj-as-sherlock-holmes" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/rdj-as-sherlock-holmes.jpg?w=290&#038;h=300" alt="" width="290" height="300" /></a>Μεγάλες ερμηνείες θα μπορούσαν να αποδοθούν σε πολλούς, ωστόσο οι περιπτώσεις των Basil Rathbone (1892-1967) και Jeremy Brett (1933-1995) αξίζει να σχολιαστούν ιδιαίτερα. Ο πρώτος είναι ο κλασικός, αρχετυπικός Holmes, εγκεφαλικός, με γρήγορη επαγωγική σκέψη, αλλά και  πομπώδη εκφορά λόγου που αγγίζει συχνά τα όρια της υπερβολής, κάτι όμως που επιβαλλόταν στους ηθοποιούς από την αισθητική της εποχής. Ας μην ξεχνάμε πως ο ομιλών κινηματογράφος δεν είχε πολλά χρόνια ζωής. Η τεχνολογική αυτή επανάσταση έδωσε κυριολεκτικά πνοή ζωής στον χαρακτήρα εγκεφαλικών ηρώων και πολύπλοκων σεναρίων. Ο Rathbone είναι γεγονός πως δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί από τη σκιά του χαρακτήρα που αναπαράστησε. Από τον πρώτο του ρόλο ως Holmes το 1939 στο ‘Σκυλί των Μπάσκερβιλ’ μέχρι και το τέλος της καριέρας του ερμήνευε σε κινηματογράφο ή ραδιόφωνο τον εν λόγω ήρωα.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Jeremy Brett ανήκει και αυτός στους ηθοποιούς που ταυτίστηκαν με τον χαρακτήρα. Το οξυδερκές βλέμμα του και γενικά το συνολικό παρουσιαστικό του ήταν πρόκληση για να μην του ανατεθεί ο ρόλος αυτός κάποια στιγμή στην καριέρα του. Δεν θα ήταν υπερβολή να αναφερθεί πως ήταν ο μοναδικός απ’ τους ηθοποιούς που έπειθε το κοινό ότι όντως δεν γνώριζε στοιχειώδεις γνώσεις φιλοσοφίας ή αστρονομίας μια και δεν ήταν απαραίτητες για τη δουλειά του. Η τηλεοπτική σειρά της Granada TV (1984-94) άφησε εποχή και προσδιόρισε αισθητικά τον Holmes της δεκαετίας του 80 όπως ο Rathbone τον αντίστοιχο του 40. Η προσωπικότητα του Holmes είναι γεγονός πως εντυπωσίασε τον Brett. Οι δύο χαρακτήρες είχαν άλλωστε αρκετά κοινά σημεία. Εξάρσεις υπερβολικής ενέργειας, διαδέχονταν περιόδους κατάθλιψης και εσωστρέφειας. Ακόμα και στην προσωπική του ζωή δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τον χαρακτήρα αυτό.  Ο ίδιος έλεγε μάλιστα ότι όταν ερμηνεύεται για πολύ καιρό από έναν ηθοποιό καταλήγει να υποκαταστήσει την ψυχή του (3). Ο Brett πέθανε από καρδιακή ανακοπή, ενώ αναφέρεται ότι επίσης ότι έπασχε από ρευματική βαλβιδοπάθεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι απωθούσε την ασθένεια του σε μεγάλο βαθμό μια και όπως έλεγε: Ο Holmes δεν συνέβη ποτέ να έχει αρρωστήσει.</p>
<div id="attachment_1922" class="wp-caption aligncenter" style="width: 246px"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/jeremy-brett-as-sherlock-holmes-sherlock-holmes-14711342-630-799.jpg"><img class="size-medium wp-image-1922" title="Jeremy-Brett-as-Sherlock-Holmes-sherlock-holmes-14711342-630-799" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/jeremy-brett-as-sherlock-holmes-sherlock-holmes-14711342-630-799.jpg?w=236&#038;h=300" alt="" width="236" height="300" /></a><p class="wp-caption-text">O Jeremy Brett ως Sherlock Holmes</p></div>
<p style="text-align:justify;">Για να επανέλθουμε στην απήχηση του Χολμς, αρκεί να παρατεθεί ότι ακόμα και σήμερα στην διεύθυνση που αναφέρει ο συγγραφέας, 221b Baker Street στο Λονδίνο, εξακολουθούν να φθάνουν επιστολές απευθυνόμενες στον Sherlock Holmes. Οι επιστολογράφοι προέρχονται από διάφορες χώρες της οικουμένης και δείχνουν να παραβλέπουν το γεγονός ότι ακόμα και αν ο διάσημος ντέτεκτιβ ήταν υπαρκτό πρόσωπο, θα έπρεπε να βρίσκεται στην ζωή στην ηλικία των 170 ετών για να μπορέσει να απαντήσει.</p>
<p style="text-align:justify;">    Μία κλασσική αναφορά του δαιμόνιου στην εξιχνίαση μυστηρίων ήρωα έχει σχέση  με την ιατρική, και ειδικότερα με την λήψη ιστορικού. Επανειλημμένα τονίζεται στους φοιτητές της ιατρικής και τους νέους ιατρούς, ότι η λήψη ιστορικού είναι όχι μόνο τέχνη, αλλά και ότι &#8220;απαιτείται ο γιατρός να έχει και ικανότητες και ταλέντο ντέτεκτιβ, όπως ο Sherlock Holmes&#8221;. Πρόκειται για μία συνηθισμένη φράση, αρκετά προσφιλή σε πολλούς έμπειρους γιατρούς, όχι όμως και ιστορικά αληθινή. Η αλήθεια είναι ότι ο Sherlock Holmes χρωστάει πολλά περισσότερα στην ιατρική από όσα χρωστάει η ιατρική στον Sherlock Holmes.</p>
<p style="text-align:justify;">    Ο Arthur Conan Doyle, γιός Ιρλανδού δημόσιου υπάλληλου, τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο κολλέγιο του Stonyhurst στο Εδιμβούργο και στην συνέχεια έγινε δεκτός στην περίφημη ιατρική σχολή της πόλης. ( 4 ) Ανάμεσα στους καθηγητές του ήταν οι διάσημοι  Rutherford, Argyll-Robertson και Bell, ίσως δε κατά την γνώμη πολλών βιογράφων του να του προσέφεραν και εναύσματα για την μετέπειτα λογοτεχνική του δραστηριότητα. Ο Rutherford φερ&#8217; ειπείν, καθηγητής Ανατομικής γνωστός στους φοιτητικούς κύκλους ως &#8220;o ανελέητος νεκροτόμος&#8221; παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με τον καθηγητή Challenger των περιπετειών του Holmes (  5  ). Στην περίοδο  αυτή όμως η συγγραφική δραστηριότητα του Conan Doyle είναι αμιγώς ιατρική. Βλέπει εργασίες του να δημοσιεύονται σε έγκριτα ιατρικά περιοδικά, με αντικείμενο την τοξικολογία ( 6 ), κάτι που θα αναφερθεί πολλές φορές και στις περιπέτειες του Holmes, αλλά και την χρήση τοξικών ουσιών, όπως του αρσενικού, στην &#8220;leucocythaemia&#8221;, όπως αναφερόταν τότε η λευχαιμία (  7  ).</p>
<div id="attachment_1923" class="wp-caption aligncenter" style="width: 250px"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/240px-conan_doyle.jpg"><img class="size-full wp-image-1923" title="240px-Conan_doyle" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/240px-conan_doyle.jpg?w=450" alt=""   /></a><p class="wp-caption-text">Sir Arthur Conan Doyle</p></div>
<p style="text-align:justify;">    Μετά την αποφοίτησή του ο Doyle  αποφασίζει  να ασχοληθεί με την Γενική Ιατρική, αλλά επειδή σκέπτεται ότι ίσως είναι πολύ νέος γιέ να εμπνέει εμπιστοσύνη, μπαρκάρει σε ατμόπλοιο της γραμμής της Αφρικής, σαν ιατρός πλοίου. Άλλωστε, ήδη ανήσυχο πνεύμα, είχε ήδη ταξιδέψει σαν ιατρός πλοίου σε φαλαινοθηρικό της Αρκτικής, όντας ακόμα φοιτητής ιατρικής. Το ταξίδι στην Αφρική του πρόσφερε αρκετές εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένης μιας βαρύτατης προσβολής ελονοσίας, από την οποία παρά λίγο να πεθάνει. Αρχίζει να στρέφεται περισσότερο στο γράψιμο, δεν είναι όμως ακόμα βέβαιος αν το μέλλον του βρίσκεται εκεί ή στην ιατρική.</p>
<p style="text-align:justify;">    Η επόμενη απόφασή του τον φέρνει το 1890 στην Βιέννη, για να μετεκπαιδευθεί στην οφθαλμολογία. Παρακολουθεί μαθήματα στο Allgemeines Krankenhaus, χωρίς όμως να ωφεληθεί ιδιαίτερα, καθώς έχει πολύ περιορισμένη γνώση της γερμανικής γλώσσας. Επιστρέφει στο Λονδίνο και ανοίγει ιατρείο σαν ειδικός οφθαλμίατρος, με πολύ πενιχρά αποτελέσματα. ( 5 ) Ο ίδιος γράφει ότι &#8220;καθόμουνα από τις 10 το πρωί, ως τις 3 ή 4 το απόγευμα στο ιατρείο μου, χωρίς ποτέ να διακόψει την ηρεμία μου το κουδούνι της πόρτας. Θα μπορούσαν να βρεθούν καλύτερες συνθήκες για περισυλλογή και γράψιμο;&#8221; ( 8 ). Πάντως, πρέπει να αναφερθεί σαν αντίλογος, ότι ο Αμερικανός ιατρός Α. Rodin, ο οποίος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την βιογραφία του Conan Doyle, υποστηρίζει ότι αιτία (ή η αφορμή) της στροφής στο γράψιμο ήταν όχι η επαγγελματική αποτυχία, αλλά μία προσβολή γρίπης τον Μάϊο του 1891 ( 9 )</p>
<p style="text-align:justify;">    Ανεξάρτητα από το έναυσμα, το γράψιμο γίνεται η κύρια απασχόληση του Conan Doyle, και εξακολουθεί να παραμένει ακόμα και όταν ανοίγει ιατρείο εξασκώντας Γενική Ιατρική στο Southsea, κοντά στο Portsmouth. Έχει αρκετή επιτυχία σαν γιατρός, με μεγάλο και σταθερό αριθμό ασθενών, αλλά ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία γνωρίζουν οι περιπέτειες του ντέτεκτιβ Sherlock Holmes που δημοσιεύονται σε μορφή συνεχειών στο περιοδικό Strand Magazine από το 1891. Η τεράστια δημοτικότητα που γνωρίζουν οι συνέχειες, αλλά και η έκδοσή τους σε βιβλία, κάπως ενοχλεί τον συγγραφέα, καθώς γράφει επίσης ιστορικά ρομάντζα (μερικά από τα οποία, όπως ο &#8220;Ταξίαρχος Ζεράρ&#8221; ή ο &#8220;Sir Nigel&#8221;, πραγματικά είχαν μεγαλύτερες λογοτεχνικές αρετές από τις περιπέτειες του Holmes), αλλά αυτά περνούν εντελώς απαρατήρητα. Όταν όμως γράφει το τέλος του Holmes που πεθαίνει σε κάποιο επεισόδιο πέφτοντας από ένα βράχο, η κατακραυγή και η πίεση του αναγνωστικού κοινού (και των εκδοτών φυσικά) οδηγεί στην εσπευσμένη &#8230;νεκρανάσταση του ήρωα. ( 4 )</p>
<div id="attachment_1924" class="wp-caption aligncenter" style="width: 343px"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-2.jpg"><img class="size-full wp-image-1924" title="εικονα 2" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-2.jpg?w=450" alt=""   /></a><p class="wp-caption-text">Εξώφυλλο του περιοδικού Strand, τον Δεκέμβριο του 1911</p></div>
<p style="text-align:justify;">    Η επίδραση της ιατρικής παιδείας του Doyle είναι εμφανής σε κάθε περιπέτεια του Holmes. Εμφανίζεται να έχει μεγάλες γνώσεις τοξικολογίας, ιατροδικαστικής και βιοχημείας. Είναι πολύ πιο ενήμερος σε ιατρικά θέματα από τον αχώριστο σύντροφό του, τον ιατρό Watson. Στην ιστορία &#8220;Adventure of the dying detective&#8221; περιγράφει με μεγάλη φαντασία, αλλά και ακρίβεια, δολοφονία μέσω προκλητής μικροβιαιμίας ( 10, 11 ). Σε αυτό ο δολοφόνος στέλνει στο θύμα ένα δέμα που περιέχει ένα ελατήριο εμποτισμένο με τοξίνη που προκαλεί κάποια σπάνια και θανατηφόρο &#8220;τροπική νόσο&#8221;. Οι χαρακτήρες που περιγράφονται υπονοούν μάλλον  πανώλη. Αρκετές αναφορές στην νόσο υπήρχαν ήδη στον ιατρικό τύπο της εποχής, ακόμα και άρθρο του ίδιου του Yersin ( 12, 13 ) πάνω στην μικροβιολογία του βακίλου αυτού. Η τροπική ιατρική άλλωστε είχε ήδη τότε άνθηση στο Λονδίνο ( 14 ) και ο Dr Ainstree που παρουσιάζεται στο διήγημα αυτό ως &#8220;η μεγαλύτερη ιατρική αυθεντία του Λονδίνου σε τροπικά νοσήματα&#8221; είναι σαφής αναφορά στον Sir Patrick Manson ( 11 ). Το περίεργο είναι ότι παρόμοια δολοφονία με την ίδια ακριβώς μέθοδο (άγνωστο βέβαια αν είχε το διήγημα αυτό σαν έμπνευση) έλαβε χώρα στην Καλκούτα των Ινδιών το 1933 ( 15 ). Χρησιμοποιήθηκε η αιχμή μιας ομπρέλας και λίγες μέρες μετά τον νυγμό το θύμα πέθανε από πανώλη, ο δολοφόνος και ο συνεργός του βοηθός μικροβιολογικού εργαστηρίου ομολόγησαν και καταδικάστηκαν.</p>
<p style="text-align:justify;">    Έμενε όμως πάντα αναπάντητο το ερώτημα &#8220;Ποιός ήταν πραγματικά ο Sherlock Holmes;&#8221; με την έννοια ότι ίσως κάποιο υπαρκτό πρόσωπο έδωσε την έμπνευση για τον λογοτεχνικό αυτόν ήρωα. Ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποιος από τους αστυνομικούς της εποχής ή κάποιος γιατρός;  Οι περισσότερες ενδείξεις ευνοούσαν τον Dr Joseph Bell, καθηγητή της Χειρουργικής στο Εδιμβούργο και δάσκαλου του Conan Doyle ( 4, 5, 16, 17).</p>
<p style="text-align:justify;">    O Bell συνήθιζε να εντυπωσιάζει συχνά τους φοιτητές του για να τους τονίσει την αξία της παρατηρητικότητας, της λογικής και της επαγωγικής σκέψης στην ιατρική. Ο διάλογος με έναν ασθενή που είχε έλθει να ζητήσει την γνώμη του είναι αποκαλυπτικός:<br />
&#8221; &#8211; Είστε στρατιωτικός;<br />
- Μάλιστα κύριε<br />
-Υπαξιωματικός σε σύνταγμα των Χάϊλαντς;<br />
- Μάλιστα, κύριε.<br />
_- Αποστρατευθήκατε πρόσφατα;<br />
- Μάλιστα, κύριε.<br />
- Υπηρετήσατε στα νησιά Barbados;<br />
- Μάλιστα, κύριε.</p>
<div id="attachment_1925" class="wp-caption aligncenter" style="width: 388px"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11.png"><img class=" wp-image-1925" title="Εικόνα1" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11.png?w=378&#038;h=435" alt="" width="378" height="435" /></a><p class="wp-caption-text">Dr Joseph Bell (1837‐1911)</p></div>
<p style="text-align:justify;">Στο σημείο αυτό ο  ασθενής κοιτούσε τον Bell σαν να ήταν μάγος, ενώ την ίδια έκφραση είχαν πάρει και οι φοιτητές του. Οι τελευταίοι όμως διαφωτίστηκαν όταν στην συνέχεια τους εξήγησε:<br />
&#8220;Ο ασθενής ήταν ευγενής και φερόταν με σεβασμό, αλλά δεν έβγαλε το καπέλο του. Αυτό έδειχνε στρατιωτικό και καθώς δεν είχε ακόμα υιοθετήσει συμπεριφορά πολίτη σημαίνει πρόσφατη αποστρατεία. Είχε κάποιο αέρα εξουσίας, αλλά ο τρόπος που απαντούσε έδειχνε ότι ήταν συνηθισμένος και να παίρνει διαταγές συχνά. Άρα υπαξιωματικός, προφανώς σε σύνταγμα των Χάϊλαντς λόγω προφοράς. Τέλος τα συμπτώματά του ήταν ελεφαντίασης, που δεν μπορούσε να έχει πάθει παρά στα νησιά Barbados. Απλό δεν είναι;&#8221; ( 8 )  &#8220;Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Watson&#8221; θα ήταν το σχόλιο του Holmes.</p>
<p style="text-align:justify;">    Σε  άλλη περίπτωση ο καθηγητής αιφνιδίασε έναν επισκέπτη λέγοντάς του ότι δουλεύει  σε άμαξα μπυραρίας, που την σέρνουν ένα γκρίζο και ένα καφέ άλογο και έρχεται από την περιοχή του Liberton, ενός προαστίου του Εδιμβούργου. Η έκπληκτη έκφραση του επισκέπτη έδειξε την ακρίβεια των λεχθέντων. Στους φοιτητές του εξήγησε ότι παρατήρησε πηλό της περιοχής στις μπότες του, μία γκρίζα τρίχα αλόγου στο ένα μανίκι του και μία καφέ στο άλλο, όσο για την μπυραρία αρκούσε μια ματιά στην μύτη του ανθρώπου, που ήταν κατακόκκινη από το ποτό. Πρόσθεσε, πως όλα αυτά πιθανόν να τα είχαν δει και οι φοιτητές, αλλά δεν τα παρατήρησαν και δεν τα συνδύασαν ( 16 ). Τυπική φράση και του Holmes που σε παρόμοιες περιστάσεις έλεγε &#8220;Δεν είμαι μάγος, αλλά απλά πρόσεξα αυτά που έβλεπα. Τα σημεία αυτά δεν ήταν αόρατα σε σας, αλλά απλώς περνούσαν απαρατήρητα.&#8221; ( 10 )</p>
<p style="text-align:justify;">    Αν όμως όλες οι ενδείξεις έτειναν προς τον Bell, χρειαζόταν, όπως σε κάθε μυστήριο, και η απόδειξη. Και αυτή η τελευταία ήρθε διά χειρός του ίδιου του Conan Doyle. Πρόσφατα ( 18 ) αποκαλύφθηκε επιστολή του προς τον παλιό δάσκαλό του. Η επιστολή βρέθηκε από έναν απόγονο του καθηγητού Bell σε κάποιο παλιό έπιπλο του πατρικού του σπιτιού. Στην επιστολή αυτή, με ημερομηνία 4 Μαϊου 1892, ο Conan Doyle γράφει ξεκάθαρα &#8220;Είστε, με κάθε βεβαιότητα, εσείς εκείνος στον οποίο οφείλω τον Sherlock Holmes&#8221;.. &#8220;Δεν νομίζω ότι η αναλυτική σκέψη του είναι υπερβολική, σε σύγκριση με μερικά από τα θαύματα που σας έχω παρακολουθήσει να κάνετε στον θάλαμο των εξωτερικών ασθενών. Με επίκεντρο την παρατηρητικότητα, την επαγωγή και την λογική, οικοδόμησα έναν χαρακτήρα που θα τις αξιοποιούσε στο έπακρο, και ίσως ακόμη περισσότερο μερικές φορές..&#8221;</p>
<p style="text-align:justify;">    Έτσι, και το τελευταίο στοιχείο που έλειπε ήρθε να επιβεβαιώσει τις αρχικές εικασίες. Ότι, δηλαδή, η ιατρική  ήταν εκείνη που έδωσε την έμπνευση και το ερέθισμα για την δημιουργία του πιο δημοφιλούς ντετέκτιβ όλων των εποχών. Και αυτό είναι μάλλον λογικό, καθώς καμία άλλη επιστήμη και τέχνη, δεν χρησιμοποιεί τόσο πολύ την λογική και την παρατηρητικότητα. Ή, όπως ίσως θα έλεγε ο ίδιος ο Sherlock Holmes, “είναι στοιχειώδες&#8221;.</p>
<div id="attachment_1926" class="wp-caption aligncenter" style="width: 460px"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-3.jpg"><img class="size-full wp-image-1926" title="εικονα 3" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-3.jpg?w=450&#038;h=322" alt="" width="450" height="322" /></a><p class="wp-caption-text">Ο Sherlock Holmes και ο Dr Watson σε εικονογράφηση από την αρχική έκδοση στο περιοδικό Strand</p></div>
<p><strong>Βιβλιογραφία</strong><br />
1. Robertson P. The Guinness book of movie facts and feats. London, Guiness Publishing, 1988.<br />
2. http://www.imdb.com/character/ch0026631/ access 15 Νοεμβρίου 2010<br />
3. Terry Manners, The Man Who Became Sherlock Holmes &#8211; The Tortured Mind of Jeremy Brett, Virgin Publishing Ltd., London, 2001 (σελ 216).<br />
4. Chambers Biographical Dictionary. (M.Magnusson, Editor) Edinburgh, Chambers, 1990.<br />
5. Watts MT.  The mysterious case of the doctor with no patients. J Roy Soc Medicine 1991; 84: 165-6<br />
6.. Conan Doyle A. Gelsemium as a poison. BMJ  1879; 483<br />
7. Conan Doyle A. Notes on a case of leucocythaemia Lancet 1882; 490.<br />
8. Conan Doyle A. Memories and adventures. London, Hodder and Stoughton, 1924.<br />
9. Rodin AE . Arthur Conan Doyle. J Roy Soc Medicine 1991; 84: 571-2<br />
10. A. Conan Doyle. The complete Sherlock Holmes. London, Hancellor, 1985<br />
11. Joel Ehrenkranz N.  A.Conan Doyle, Sherlock Holmes and murder by tropical infection.<br />
Rev Infect Diseases  1987; 9: 222-25.<br />
12. Kitasato S. The bacillus of pneumonic plague. Lancet 1894; 2: 428<br />
13.Yersin A. La peste bubonique a Hong-Kong. Annales de l&#8217; Institut Pasteur 1894; 8: 662-67<br />
14. Cook GC Some early British contributions to tropical disease  J of Infection 1993; 27:<br />
325-33.<br />
15. Wu L-T, Chun JWH, Pollitzer R, Wm Cy. Some remarkable plague cases. In: Plague: a manual for medical and public health workers. App.I. Shangai, Mercury Press, 1936<br />
16. Peschel RE, Peschel E. What physicians have in common with Sherlock Holmes: discussion paper  J Roy Soc Medicine  1989; 82: 33-36<br />
17. R Gordon. The Amazing History of Medicine.  London, Sinclair &amp; Stevenson Ltd, 1993.<br />
18. The case of the missing sleuth. Daily Mail, 7-3-1993.</p>
<p style="text-align:right;"><strong><em>Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΙΑΤΡΙΚΗ, 2010.</em></strong><br />
<strong> <em>Ευχαριστούμε τον ιατρό Θεόδωρο Πέππα, για την άδεια αναδημοσίευσης.</em></strong></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1919/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1919&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/05/sherloc/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/sherlock_holmes_portrait_paget.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">Sherlock_Holmes_Portrait_Paget</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/rdj-as-sherlock-holmes.jpg?w=290" medium="image">
			<media:title type="html">rdj-as-sherlock-holmes</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/jeremy-brett-as-sherlock-holmes-sherlock-holmes-14711342-630-799.jpg?w=236" medium="image">
			<media:title type="html">Jeremy-Brett-as-Sherlock-Holmes-sherlock-holmes-14711342-630-799</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/240px-conan_doyle.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">240px-Conan_doyle</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-2.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">εικονα 2</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11.png" medium="image">
			<media:title type="html">Εικόνα1</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-3.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">εικονα 3</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/01/john-le-carre/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/01/john-le-carre/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 01 Jan 2012 12:23:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1909</guid>
		<description><![CDATA[Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ-2008) Tinker, tailor, soldier, spy (1974) Παρακολουθούμε την ανάδυση ενός κλασικού; Πάνω από ένα τρίτο του αιώνα μετά την πρώτη του κυκλοφορία,       ο “Γανωτής, ράφτης, στρατιώτης, κατάσκοπος”, ή, επί το ελληνικότερο, το “Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι” καταχωρείται, μαζί με το “The honourable schoolboy” και το “Smiley’s people”, [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1909&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:center;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/57646075251831483401.jpg"><img class="aligncenter  wp-image-1912" title="5764607525183148340" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/57646075251831483401.jpg?w=405&#038;h=674" alt="" width="405" height="674" /></a></p>
<p style="text-align:center;"><span style="color:#ff0000;"><strong>Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι</strong></span><br />
<span style="color:#ff0000;"><strong>(ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ-2008)</strong></span></p>
<p style="text-align:center;"><span style="color:#ff0000;"><strong>Tinker, tailor, soldier, spy (1974)</strong></span></p>
<p style="text-align:justify;">Παρακολουθούμε την ανάδυση ενός κλασικού;</p>
<p style="text-align:justify;">Πάνω από ένα τρίτο του αιώνα μετά την πρώτη του κυκλοφορία,       ο “Γανωτής, ράφτης, στρατιώτης, κατάσκοπος”, ή, επί το ελληνικότερο, το “Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι” καταχωρείται, μαζί με το “The honourable schoolboy” και το “Smiley’s people”, ως το  έμβολο στον κριό τής κατασκοπευτικής λογοτεχνίας (αν το “κατασκοπευτική” δεν απαξιώνει τη Λογοτεχνία, όπως όλα τα επίθετα που προηγούνται, ή που την ακολουθούν).</p>
<p style="text-align:justify;">Πρόκειται για τη γνωστή και σαν “Τριλογία τού Κάρλα1”, ή, αλλιώς, για τον μαίανδρο, στην αέναα επαναπροσδιοριζόμενη εκδοχή του. Θα ήταν εικονοκλαστικό, αλλά εντιμότερο, αν ο Le Carré, δίκην προλόγου και σε λίγες γραμμές, προετοίμαζε τον αναγνώστη του γι αυτό που τον περιμένει&#8230;</p>
<p style="text-align:justify;">Για το κείμενο ανάμεσα στις γραμμές, γι αυτό που είναι ενώ δεν είναι, για την παγίδα που οσφραίνεσαι ενώ έχεις ήδη πέσει μέσα, για τον αντικατοπτρισμό που θεωρείς ότι διαπιστώνεις ενώ απατάσαι, για την ιεράρχηση των αξιών που πιστεύεις και για τον κίνδυνο της αναθεώρησής τους• και, όλα αυτά, μέσα σε έναν ερμητικό κώδωνα, όπου ο χώρος είναι λίγος, οι πολιτικο-κοινωνικές αλλαγές τής καθημερινότητας απούσες, οι συνταγές μαγειρικής και η art de la table άγνωστες2 και όποιο άλλο συστατικό της σύγχρονης αστικής περιπέτειας, σε άδεια. Να συμφωνούσαμε, επιμελή αναγνώστη, ότι το δωρεάν και η μαγεία είναι αμοιβαία αποκλειόμενα;</p>
<p style="text-align:justify;">Υπολογίζω ότι αν ο Le Carré έγραφε σελίδες ελάχιστα λιγότερες των ποταμών που έχει εκδώσει, θα ήταν οι μισές από αυτές που έχουν γραφεί για τον ίδιο. Περίεργο για κάποιον που αυτο-προσδιορίζεται, από λακωνικά έως ασκητικά, με τα ακόλουθα λόγια:<br />
“Μισώ το τηλέφωνο. Δεν ξέρω να κτυπώ στο κλαβιέ. Γράφω τη δουλειά μου στο χέρι. Ζω πάνω από έναν γκρεμό, στην Κορνουάλη και μισώ τις πόλεις. (μέχρι) Τρεις ημέρες και νύχτες σε μια πόλη είναι αυτό που μπορώ να ανεχτώ. Δεν βλέπω πολλούς. Γράφω και περπατάω και κολυμπώ και πίνω” (από τον ιδιαίτερα ενδιαφέροντα προσωπικό ιστοτόπο τού Le Carré: http://www.johnlecarre.com/author.</p>
<p style="text-align:justify;">Μόνη παρατήρηση: Επαναλαμβάνει τον όρο “μισώ”, δύο φορές, σε δύο γραμμές&#8230;</p>
<p style="text-align:justify;">Χώρος και Εποχή: Λονδίνο, αρχές της δεκαετίας του ’70. Ο Ψυχρός Πόλεμος, στο απόγειό του. Δύο εθνικά κέντρα αντικατασκοπείας: το “Κέντρο τής Μόσχας” και οι άνθρωποί του, απέναντι στο “Κέιμπριτζ Σέρκους” και στους ανθρώπους του. Μόνο που οι τελευταίοι δεν φαίνεται να ανήκουν, όλοι τουλάχιστον, στο Σέρκους. Ή, πιο σωστά, κάποιοι, ή κάποιος από τους Λονδρέζους, και όχι ο λιγότερο σημαίνων, φαίνεται να υπηρετεί, μόνος (;) αυτός, και τους Ανατολικούς (έως ότου κάποιος Ρώσος Le Carré δώσει, και αυτός, το δικό του στίγμα&#8230;). Να αναφέρω, με την ευκαιρία, ότι, στη διαδρομή αυτών των Σημειώσεων, αποκαλύπτεται ο μίτος που οι ευάριθμες,  δύσκολες, όσο και μαγικές σελίδες τού Le Carré κρύβουν, προσεκτικά, μέχρι το τέλος.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Le Carré δεν ξεκινάει να γράφει για το αδιαφανές πρίσμα των κατασκόπων, από το μηδέν. Κάθε άλλο.<br />
Ο κατά κόσμον David John Moor Cornwell, γεννημένος το 1931 στο Dorset της Αγγλίας, έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Με την μητέρα του έχασε επαφή, στην ηλικία των 5, όταν η μητέρα του τους εγκατέλειψε. Θα ξανασυναντηθούν, όταν εκείνος θα είναι 21 ετών. Είχε γράψει σε συγγενείς, ρωτώντας αν η μητέρα του ζει. Εκείνη επικοινώνησε μαζί του και όρισαν να συναντηθούν σ’ έναν σταθμό τραίνου. «Αγκαλιαστήκαμε», θα πει3. Ο πατέρας, συνώνυμος του παραβατικού. Συνεχή οικονομικά προβλήματα, τέσσερα χρόνια φυλακή για απάτη και συνέργεια στη δραστηριότητα περιώνυμης εγκληματικής οργάνωσης του Λονδίνου. Ο νεαρός David θα παρακολουθεί, μεταξύ άλλων, και σε επανάληψη, τις διαδικασίες τής κατάσχεσης “Δεν ξέρω πόσες φορές είχαν έρθει οι δικαστικοί κλητήρες. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε πόσο ταπεινωτικό είναι για ένα παιδί να του παίρνουν όλα του τα ρούχα, τα παιχνίδια του. Με έκαναν να ντρέπομαι, αισθανόμουν βρώμικος”3.  Όταν ο πατέρας του πέθανε, το 1975, ο David πλήρωσε τα της κηδείας. Δεν παρέστη.<br />
Η εξαφάνιση της μητέρας και τα διαχρονικά ανεξάντλητα κόλπα τού πατέρα θα πρέπει να μπόλιασαν τον νεαρό David Cornwell με τα χαρακτηριστικά που ανέδειξαν τη γραφή τού John Le Carré:<br />
“Το να αποσκιρτώ, ήταν στη φύση μου. Κατάγομαι από αυτήν την ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου αποσκίρτησε, για να παντρευτεί τον πατέρα μου, αποσκίρτησε και πάλι όταν ήμουν στα 5, και παρέμεινε έτσι, στα παιδικά μου χρόνια. Ο πατέρας μου αποσκίρτησε από την καταπίεση, όσο ήταν παιδί και, αργότερα, από το χέρι του Νόμου• κάποιες φορές, χωρίς επιτυχία”3.  Αποτελεσματικό, λοιπόν -για να επανέλθω- το μπόλιασμα, με την αίσθηση εξαπάτησης και αποστασίας που αποπνέει η γραφή τού Le Carré.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο πατέρας εκτός νόμου αλλά, για τον νεαρό David, τα ακριβά σχολεία! Τα οποία -φυσικά- θα εγκαταλείψει, αφού δεν θα ανεχτεί τη σκληρή πειθαρχία των αγγλικών public schools. Για να  ακολουθήσουν σπουδές ξένων γλωσσών στη Βέρνη (1948-1949). Την επόμενη χρονιά, θα ενταχθεί στο Intelligence Corps4 του Βρετανικού Στρατού, ως ανακριτής φυγάδων τού σιδηρού παραπετάσματος. Θα ακολουθήσουν σπουδές στο Lincoln College της Οξφόρδης, όπου  εργάστηκε παράλληλα ως μυστικός πράκτορας της Βρετανικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (ΜΙ5), ερευνώντας για πιθανούς Σοβιετικούς πράκτορες μεταξύ των αριστερών οργανώσεων. Μετά τη χρεοκοπία του πατέρα του, το 1954, και ένα μικρό διάλειμμα καθηγεσίας σε δευτεροβάθμια σχολεία, ο Cornwell επέστρεψε στην Οξφόρδη, για να αποφοιτήσει -με αριστείο- στις ξένες γλώσσες, να διδάξει Γαλλικά και Γερμανικά, επί διετία στο Eton και να αναλάβει, πράκτορας πλήρους απασχόλησης, στην ΜΙ5, το 1958. Το 1960 θα μεταφερθεί στην ΜΙ6, την Υπηρεσία Αντικατασκοπείας Εξωτερικού, και θα εργαστεί, υπό το κάλυμμα του Γραμματέα Β’ βαθμού, στην Αγγλική Πρεσβεία, στη Βόννη και αργότερα στο Αμβούργο. Αμέσως μετά τη διαφυγή του Kim Philby στη Σοβιετική Ρωσία (αρχές του 1963), η καριέρα του Cornwell, ως μυστικού πράκτορα, τερματίζεται. Στο “Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι”, θεωρείται ότι η φιγούρα του Μπιλ Χέιντον, εκ των πρωταγωνιστών και “Ράφτη” στο βιβλίο, δεν είναι άλλη αυτής τού Philby. Αναφέρεται ότι το ιδιωτικό αρχείο τού Cornwell διαθέτει αρκετές αποκαλυπτικές πληροφορίες, σχετικές με την εποχή και τον Philby• είναι και ο λόγος που ο συγγραφέας έχει εκφράσει την επιθυμία να δημοσιευτούν, μετά θάνατον&#8230;</p>
<p style="text-align:justify;">Πίσω στον Le Carré και “Η τριλογία τού Κάρλα” είναι ένας εκκωφαντικός ύμνος στη χαμηλών τόνων υπομονή. Και στη μέθοδο. Ελαφρά αυθαίρετα θα πρόσθετα, και σε ό,τι το αντιμεσογειακό.<br />
Όχημα, ο Σμάιλι.<br />
“Τζορτζ” για τους φίλους• για τους περισσότερο, ή και για τους λιγότερο πιστούς. Γι αυτούς που τον εμπιστεύονταν, όπως ο Έλεγχος -ο επί κεφαλής του Σέρκους, ο απλά, ανώνυμα, “Έλεγχος”- αλλά και γι αυτούς που τον έσπρωξαν έξω από το περιθώριο, στην αχρησία, σαν παλιομοδίτη, απόμακρο, ανίκανο να συλλάβει τις νέες ευκαιρίες, φιλύποπτο και αργό άνθρωπο του Ελέγχου, μέρος μιας ομάδας από άχρηστους παλιομοδίτες, απόμακρους, ανίκανους να συλλάβουν τις νέες ευκαιρίες, φιλύποπτους και αργούς ανθρώπους τού Ελέγχου, με εξάρχουσα την Κόνι Σακς, τη “μνήμη” του Σέρκους, και πρώτη που οσφράνθηκε ότι “κάτι πάει στραβά”.<br />
Γιατί, δεν μπορεί, κάτι δεν πάει καλά στο Σέρκους. Περιγράφει ο Σμάιλι, αναφερόμενος σε μια υποθετική συνομιλία: “Λέγονται πολλά μέσα και έξω από το Σέρκους, κι έχουν μπει πάρα πολλοί στο παιχνίδι. Στο πεδίο οι πράκτορές μας στήνονται στον τοίχο, τα δίκτυά μας διαλύονται και κάθε καινούριο κόλπο καταλήγει σε πανωλεθρία” (σελ. 391).</p>
<p style="text-align:justify;">Παντού ο Σμάιλι. Μα ποιος, επί τέλους, είναι ο Σμάιλι;<br />
Δεν θα συναντήσετε την περιγραφή του σε κάποια σελίδα ή παράγραφο, αφιερωμένη σε αυτόν. Η προσέγγιση του Le Carré προσιδιάζει σε λογική καλειδοσκόπιου. Σπαράγματα εικόνων και σχολίων, τακτικώς ερριμμένα: “Μικρόσωμος, κοντόχοντρος και μεσήλικας και βάλε, στην όψη ήταν ένας από τους ταπεινούς του Λονδίνου που δεν θα κληρονομούσαν τη γη” (σελ. 29)• “&#8230; θα τον θεωρούσαν ήπια εκκεντρικό, απεραντολόγο και εσωστρεφή, αλλά με μια δυο αξιαγάπητες συνήθειες, όπως το να μονολογεί καθώς βαδίζει αδέξια στο πεζοδρόμιο. Οπισθοδρομικό ίσως, αλλά και ποιος δεν ήταν αυτές τις μέρες; Οπισθοδρομικό αλλά πιστό στην εποχή του” (σελ. 39)• “Ύστερα από μια ολόκληρη ζωή που έβγαζε τα προς το ζην με την ευφυΐα του και τη γερή του μνήμη είχε αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στην τέχνη της λήθης” (σελ. 101)• “«Είναι καθαρή ξιπασιά να πιστεύεις ότι ένας χοντρός μεσήλικας κατάσκοπος είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να εμποδίσει τον κόσμο να γίνει κομμάτια», έλεγε από μέσα του” (σελ. 100-101)• “Υπάρχουν γέροι που γυρνούν στην Οξφόρδη και βρίσκουν τα νιάτα τους να τους γνέφουν απ’ τις πέτρες. Ο Σμάιλι δεν συμπεριλαμβανόταν σ’ αυτούς. Πριν από δέκα χρόνια ίσως ένοιωθε μιαν έλξη. Όχι πια” (σελ. 126)• ο Μπλαντ (εκ των δευτεραγωνιστών τής ιστορίας) αποτείνεται στον Σμάιλι “Πρέπει να υπήρχε κάποιος λόγος που άρχισα να αγορεύω έτσι, αλλά δεν θυμάμαι ποιος ήταν. Θα φταίει η μαγνητική σου προσωπικότητα” (σελ. 195)• “«Ο Λέικον παίρνει όρκο ότι δεν έχει κανένα φάκελο για τη Μαρτυρία» είχε εξηγήσει ο Σμάιλι με το συνηθισμένο ανήσυχο τρόπο του&#8230;&#8230;. Και, στον ίδιο πένθιμο τόνο: «Έτσι, πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να αποκτήσουμε ό,τι υπάρχει στο αρχειοφυλακείο του Σέρκους». «Αποκτώ» στο λεξικό του Σμάιλι σήμαινε «κλέβω»” (σελ. 217)• “Ο Σμάιλι δεν είχε μιλήσει ποτέ έτσι στον Γκίγιαμ. Δεν του άρεσαν οι εκμυστηρεύσεις και οι μακρόσυρτες διαλέξεις• ο Γκίγιαμ τον ήξερε ως ντροπαλό άνθρωπο παρά την έπαρσή του, κι επίσης ως άνθρωπο που δεν βασιζόταν στην επικοινωνία” (σελ. 2530)• ο Σμάιλι, στη σκηνή με τον Κάρλα “Δεν του έβγαλα λόγους περί ελευθερίας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή, ή περί καλής προαίρεσης της Δύσης, και συν τοις άλλοις δεν ήταν ευνοϊκές ημέρες για να πλασάρει κανείς αυτή την ιστορία κι ούτε εγώ ο ίδιος δεν ήμουν τόσο σίγουρος ιδεολογικά” (σελ. 268)• η εντύπωση του Γκίγιαμ (βοηθού τού Σμάιλι) “&#8230; έσκυψε πάνω από το κάθισμα, κατέβασε το τζάμι και πήρε ανάσα να φωνάξει. Όμως ο Σμάιλι είχε χαθεί. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλον που να μπορεί να εξαφανίζεται τόσο γρήγορα μέσα στο πλήθος” (σελ. 273)• “«Ο Τζορτζ είναι σαν σαύρα», είπε κάποτε η Ανν στον Μπιλ Χέιντον μπροστά στον Σμάιλι. «Κατεβάζει τη θερμοκρασία του σώματός του ώσπου να είναι ίδια με του περιβάλλοντος. Έτσι δεν χάνει ενέργεια για να προσαρμοστεί»” (σελ. 293).<br />
Η Ανν. Το αχίλλειο σημείο τού Τζορτζ: “Και τότε την είδε• το σαράβαλό της να έρχεται προς το μέρος του από τη λωρίδα που έλεγε «Λεωφορεία μόνο» και την Ανν στο τιμόνι να κοιτάει προς τη λάθος κατεύθυνση. Την είδε να βγαίνει αφήνοντας το φλας να αναβοσβήνει, και να μπαίνει στο σταθμό για να ρωτήσει• ψηλή και σκανταλιάρα, απίστευτα όμορφη, ουσιαστικά η γυναίκα ενός άλλου” (σελ. 459). Ο “άλλος” είναι ο Μπιλ Χέιντον.</p>
<p style="text-align:justify;">Λοιπόν, το Σέρκους και τα συμπτώματα αποσύνθεσης:<br />
Για παράδειγμα, η ιστορία του Ρίκι Ταρ. Εκ των “κυνηγών σκαλπ” τού Σέρκους. Είχε πέσει επάνω σε μία αξιόλογη περίπτωση στο Χογκ Κογκ. Η Ιρίνα, μια ρωσίδα κάποιας δευτεροκλασάτης εμπορικής αντιπροσωπείας, μια γνήσια σλάβικη ψυχή, ερωτεύεται και κλαίει και είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τον Ταρ, θέλει να αυτομολήσει στη Δύση, εισφέροντας ό,τι το πολύτιμο για τον αγαπημένο της. Που κρίνει ότι “μέσα της υπήρχε χρυσάφι” (σελ. 62). Και ειδοποιεί το Σέρκους, σχετικά. Με κάθε λεπτομέρεια και προσθέτοντας “Ισχυρίζεται ότι έχει περαιτέρω πληροφορίες, κρίσιμες για τη ευημερία του Σέρκους, αλλά αφανέρωτες ακόμη” (σελ. 71). Λεπτομέρειες που θα αναδυθούν μέσα από το ημερολόγιο της Ιρίνα, λίγο αργότερα, όταν η πληροφοριοδότριά του θα έχει μεταφερθεί άρον-άρον, με “&#8230; Ένα απρογραμμάτιστο σοβιετικό αεροπλάνο (που) απογειώθηκε πριν ένα δίωρο. Με τέσσερις επιβάτες μόνο. Το κέντρο της προσοχής ήταν μία ανήμπορη γυναίκα. Σε κώμα” (σελ. 73). Και το ημερολόγιο θα αποκαλύψει το μείζον: Η Ιρίνα μιλάει για τη δικτύωση του Κέντρου της Μόσχας, στη Ρωσική πρεσβεία του Λονδίνου, και, πάνω, από όλα, επιφυλάσσεται να μιλήσει για τον Άγγλο “τυφλοπόντικα” των Ρώσων, τον -κωδικά- “Τζέραλντ”, μέσα στο Σέρκους! Η Ιρίνα και οι περί αυτήν, θα εκτελεστούν. Ένα το κρατούμενο.<br />
Κι έπειτα, ήταν η επιχείρηση “Μαρτυρία”, η κατά τον Μπιλ Χέιντον (εκ των πρωτοπαλίκαρων του Σέρκους) “πιο αδέξια αιματηρή επιχείρηση που πραγματοποίησε ένας γέρος (ο Έλεγχος) για να δοξαστεί όταν πια ήταν με το ένα πόδι στο λάκκο” (σελ. 105). Πάλι ο Έλεγχος. Που, σε εξεζητημένη / ερμητική / απόλυτη μυστικότητα, είχε στείλει τον Τζιμ Πριντό, το πρωτοπαλίκαρο των κυνηγών σκαλπ τού Σέρκους, στην Τσεχοσλοβακία, προκειμένου να έρθει σε επαφή με έναν Τσέχο στρατηγό• αυτός θα ήταν σε θέση να του αποκαλύψει το όνομα του “τυφλοπόντικα” στο Σέρκους! Μάλιστα, ο Έλεγχος είχε συμφωνήσει με τον Πριντό και το συνθηματικό όνομα που θα παρέπεμπε σε αυτόν που θα κατέδιδε ο στρατηγός, έτσι ώστε να το μάθει μόνον ο Έλεγχος, στην επικοινωνία που θα ακολουθούσε: “Γανωτής”, για τον Πέρσι Αλελάιν, τον προαλειφόμενο διάδοχο του Ελέγχου, “Ράφτης”, για τον Μπιλ Χέιντον, Διευθυντή του Γραφείου του Λονδίνου, “Στρατιώτης”, για τον Ρόι Μπλαντ, τον οικονομικό εγκέφαλο, “Φτωχός”, για τον Τόμπι Εστερχέιζ, επί κεφαλής των φανοκόρων του Σέρκους, της Υπηρεσίας επί των παρακολουθήσεων, υποκλοπών, μεταφορών και κρησφύγετων και “Ζητιάνος”, για τον &#8230;Τζορτζ Σμάιλι, το δεξί χέρι τού Ελέγχου.<br />
Η “Μαρτυρία” θα αποδειχτεί το εκρηκτικότερο φιάσκο του Σέρκους, από την εποχή που ανέλαβε ο Έλεγχος. Το Τσέχικο δίκτυο του Πριντό θα διαλυθεί, οι συνεργάτες του θα εκτελεστούν, ο ίδιος θα τραυματιστεί βαριά, για να βασανιστεί από τους Ρώσους τού Κάρλα, με τον τελευταίο παρόντα στις ανακρίσεις.<br />
Αρκετά ενωρίτερα, έχοντας περισσότερο από υποψιαστεί την παρουσία ενός τυφλοπόντικα στο Σέρκους, ο Έλεγχος είχε αναθέσει την έρευνα στον εκ δεξιών του Τζορτζ Σμάιλι. Που θα “ανακρίνει” την Αγία Τετράδα: «Είναι τρεις και ο Αλελάιν. Καν’ τους να ιδρώσουν, Τζορτζ. Δελέασέ τους, φοβέρισέ τους, δώσ’ τους ό,τι τρώνε&#8230;Πες τους ό,τι θες. Χρειάζομαι χρόνο» (σελ. 186). Αργότερα, θα προσθέσει το όνομα του Σμάιλι στους υπόπτους&#8230; Ένας Έλεγχος που σέβεται τον εαυτό του    -το σύνδρομο του Βουκεφάλα- δυσπιστεί και για τη σκιά του&#8230; Όμως, δεν θα προλάβει• γέρος και σοβαρά άρρωστος, θα πεθάνει πριν ο Γανωτής, ή ο Ράφτης, ή ο Στρατιώτης, ή ο Φτωχός, ή ο Ζητιάνος, αποδειχτεί συνονόματος του Τζέραλντ.</p>
<p style="text-align:justify;">Δύο, λοιπόν, τα (πρόσφατα) κρατούμενα αποτυχίας. Και το Σέρκους κλονίζεται συθέμελα.<br />
Ο Έλεγχος νεκρός πλέον και ο Σμάιλι, ο παλιομοδίτης, ο απόμακρος, ο ανίκανος να συλλάβει τις νέες ευκαιρίες, ο φιλύποπτος και αργός άνθρωπος του (τέως) Ελέγχου, θα κληθεί να λύσει τον γρίφο, στο κατόπι τού “τυφλοπόντικα”. Στον Σμάιλι αποτείνεται ο Λέικον, ανώτατος αξιωματούχος του Γουάιτχολ, αναφερόμενος στον Υπουργό του (ο χλευαστής Le Carré, σε φόρμα): “«Μπορώ λοιπόν να του πω ότι θα το κάνεις, ε;» είπε τραγουδιστά κι αδιάφορα σαν να ήταν η ερώτηση απλώς κάτι τυπικό• σημειώστε Χ στο σωστό τετράγωνο. «Θα κάνεις τη δουλειά, θα καθαρίσεις τους στάβλους; Θα πας πίσω, μπρος, θα κάνεις ό,τι είναι αναγκαίο; Εντέλει, είναι η γενιά σου. Η κληρονομιά σου»” (σελ. 99).<br />
Και ο Σμάιλι θα έχει, εδώ, αρχικά, αλλά και μόνιμα, ένα σοβαρό πρόβλημα. Πέρα από την απαραίτητη, ερμητική μυστικότητα, έχει να αντιπαλαίσει τον “Μέρλιν” και τη “Μαγεία”. Και το μέτωπο των Αλελάιν-Χέιντον-Μπλαντ-Εστερχέιζ που στηρίζουν το άτρωτο δίδυμο. “Μέρλιν” είναι η πηγή, “Μαγεία”, το προϊόν: “«Η πηγή Μέρλιν», είπε ο Αλελάιν με ένα αμυδρό αλλά πολύ σκοτσέζικο πιπίλισμα των δοντιών ως προοίμιο στην ανακοίνωση, «είναι μία υψηλά ιστάμενη πηγή με πρόσβαση στις πιο ευαίσθητες βαθμίδες που διαμορφώνουν τη σοβιετική πολιτική». Και λες και ήταν μέλος της βασιλικής οικογενείας: «Βαφτίσαμε» το προϊόν του “Μαγεία”” (σελ. 178). Ο Αλελάιν και οι περί αυτόν θα αρνηθούν να αποκαλύψουν την ταυτότητα του Μέρλιν. Ακόμα και στο Υπουργείο. Ακόμα και στον Έλεγχο. “Η ταυτότητα της πηγής Μέρλιν είναι ένα μυστικό που δεν είναι στο χέρι μου να αποκαλύψω. Είναι καρπός μακράς καλλιέργειας από συγκεκριμένους ανθρώπους αυτής της υπηρεσίας” (idem). Ο “Μέρλιν” προμηθεύει στο Σέρκους, τη “Μαγεία”, πληροφορίες που οι ερευνητές του Σέρκους και του Υπουργείου θεωρούν ανεκτίμητες. “Ο Μέρλιν είχε γίνει βιομηχανία και ο Έλεγχος δεν είχε καν προσληφθεί” (σελ. 185). Και που, επί πλέον, αμέσως μετά τον θάνατο του Ελέγχου, θα φθάνουν στο Σέρκους, τακτικά, σχεδόν με ρυθμό, και θα είναι εξ ίσου ανεκτίμητες. Ώσπου κάποιος νεοσύλλεκτος εκτιμητής της “Μαγείας” στο Γουάιτχολ θα διαπιστώσει κάποια «προφανή ασυνέπεια στις ημερομηνίες». Ο “Μέρλιν” μιλούσε για ταυτόχρονη παρουσία κάποιου στρατηγού σε διαφορετικά σημεία της χώρας. Ο Αλελάιν θα σπεύσει να εξηγήσει στο Υπουργείο το δισυπόστατο του στρατηγού: “&#8230; Ο Μέρλιν, όπως γνωρίζετε εδώ και κάποιον καιρό, δεν είναι μία πηγή αλλά πολλές” (σελ. 213). Πρωτεϊκό προϊόν η “Μαγεία”&#8230; Η κατάσταση, ως εάν χρειαζόταν, περιπλέκεται περαιτέρω. Και ο Μπιλ Χέιντον διευκολύνει όλο και λιγότερο. Στη σχετική -σιβυλλική- ερώτηση του Σμάιλι «Ποιος τον κουμαντάρει, Μπιλ;», ο Χέιντον θα απαντήσει: “Τον Πέρσι; Ο Κάρλα&#8230; ποιος άλλος; Τύπος της κατώτερης τάξης με πηγές στην ανώτερη τάξη, δεν μπορεί παρά να είναι αχρείος. Ο Πέρσι έχει ξεπουληθεί στον Κάρλα• είναι η μόνη εξήγηση&#8230; Ο Πέρσι είναι ο οικιακός μας τυφλοπόντικας” (σελ. 202). Όμως, ο Σμάιλι θα ξαναρωτήσει «&#8230; Εννοούσα ποιος κουμαντάρει τον Μέρλιν; Ποιος είναι ο Μέρλιν; Τι συμβαίνει;». Ο Χέιντον, θα υπεκφύγει. Αντί απαντήσεως, «θα κάνει ένα γύρο κοιτώντας τις γκραβούρες του Σμάιλι» (idem).</p>
<p style="text-align:justify;">Και για τον Σμάιλι, αλλά και για τον Λέικον και το Υπουργείο, το ερώτημα παραμένει: Είναι ο “Μέρλιν” και η “Μαγεία”, απλά το πρόσχημα για έναν τυφλοπόντικα στην Υπηρεσία; Ο δίαυλος μέσα από τον οποίο έρχονται οι πολύτιμες πληροφορίες από το Κέντρο της Μόσχας, που, όμως, δεν συνιστούν παρά τον βατήρα τού τυφλοπόντικα, ώστε, συντηρώντας την επαφή με τη Μόσχα, να έχει τον τρόπο να περνάει πίσω πληροφορίες, αφάνταστα χρησιμότερες στον Κάρλα; “Στο πεδίο οι πράκτορές μας στήνονται στον τοίχο, τα δίκτυά μας διαλύονται και κάθε καινούριο κόλπο καταλήγει σε πανωλεθρία”• δείγματα ολέθρια, το φιάσκο τής “Μαρτυρίας” και οι εκτελέσεις των ανθρώπων τού δικτύου, που μόλις άρχισε να χτίζει ο Ταρ.<br />
Η έρευνα για τον τυφλοπόντικα μοιάζει πρόβλημα αξεπέραστο. Ο Λέικον το ορίζει χαρακτηριστικά: “Δεν μπορούμε να κινηθούμε. Δεν μπορούμε να ερευνήσουμε, επειδή όλα τα όργανα για την  έρευνα είναι στα χέρια του Σέρκους κι ίσως του τυφλοπόντικα Τζέραλντ. Δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε, να υποκλέψουμε, να ανοίξουμε αλληλογραφία. Για να κάνουμε οτιδήποτε απ’ αυτά θα χρειαζόμασταν τις υπηρεσίες των φανοκόρων του Εστερχέιζ, που είναι ύποπτος, όπως οποιοσδήποτε άλλος. Δεν μπορούμε να ανακρίνουμε, δεν μπορούμε να πάρουμε μέτρα για να περιορίσουμε την πρόσβαση ενός συγκεκριμένου ατόμου σε λεπτά μυστικά. Αν κάναμε οτιδήποτε απ’ αυτά, θα κινδυνεύαμε να ανησυχήσουμε τον τυφλοπόντικα. Είναι το πιο παλιό ερώτημα απ’ όλα, Τζορτζ. Ποιος μπορεί να κατασκοπεύει τους κατασκόπους; Ποιος μπορεί να ξετρυπώσει την αλεπού χωρίς να τρέξει μαζί της;” (σελ. 98).</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Σμάιλι θα χρειαστεί συνεργάτες. Από όλον τον στρατό τού Σέρκους, δεν θα μπορέσει να εμπιστευτεί περισσότερους από δύο ή τρεις. Που, κι αυτοί, υπό δυσμένεια• μετά τον θάνατο του Ελέγχου, μία νέα σχολή διοικεί και ελέγχει, με τον Σμάιλι ανάμεσα στα θύματά της. Πήτερ Γκίγιαμ, ο βασικός έμπιστος. Μέσω αυτού, ο Λέικον θα ανακαλέσει τον Σμάιλι. Μέσω αυτού, ο Σμάιλι θα “θελήσει” (διάβαζε, θα κλέψει) τα αρχεία του Σέρκους. Χρειαζόταν πρόσβαση σε πηγές, για γεγονότα που δεν ήξερε, ή για όσα η μνήμη δεν τον βοηθούσε. Μεταξύ άλλων, στον φάκελο “Μαρτυρία”. Ο Le Carré κάνει, εδώ (σελ. 217-224, από τα “έξυπνα” αποσπάσματα του βιβλίου), μία επίδειξη επαγγελματικής δεξιοτεχνίας, αν όχι ευστροφίας, βάζοντας τον Γκίγιαμ -όχι άμοιρο δραματικής εφίδρωσης- να κινηθεί στο αρχειο-φυλακείο τού Σέρκους. Ζατρίκιο, υπό πίεση.<br />
Οπλισμένος με τον φάκελο “Μαρτυρία”, αλλά και με τις πληροφορίες από μία εκ βαθέων συζήτηση με τον πυορροούντα Τζιμ Πριντό (δύο ρωσικές σφαίρες στην πλάτη, δεν προσφέρονται σε γρήγορη ανάρρωση, ιδιαίτερα όταν ο παθών θεωρεί καθήκον του να αποδράσει από το νοσοκομείο&#8230;) θα καλέσει τον Εστερχέιζ για μία συζήτηση.<br />
Τώρα, ακριβώς, δεν πρόκειται για πρόσκληση και δεν πρόκειται για συζήτηση. Ο Γκίγιαμ θα βρει ένα πρόσχημα για να έλξει τον αρχηγό των φανοκόρων στο κρησφύγετο του Σμάιλι και ο τελευταίος θα αναλωθεί σε έναν μαίανδρο προσηλυτισμού και απειλής, για να εξασφαλίσει το μείζον: Τη διεύθυνση της κατοικίας, στο Λονδίνο, όπου η Αγία Τετράς (Αλελάιν &#8211; Χέιντον &#8211; Μπλαντ &#8211; Εστερχέιζ) συναντούσε τον πολιτιστικό ακόλουθο της Ρωσικής πρεσβείας, αλλά και εκπρόσωπο του (ή, των;) “Μέρλιν”.</p>
<p style="text-align:justify;">Η αυλαία θα πέσει όταν ο τυφλοπόντικας, υπό την ακουστική επιστασία τού Σμάιλι (η συζήτηση μαγνητοφωνείται) συναντάται με τον Ρώσο ακόλουθο. Η σκηνή τής αναμονής, που προηγείται της συνάντησης: «Μόνος στο σκοτάδι του καθιστικού, ο Σμάιλι επίσης περίμενε, καθισμένος στην άβολη πολυθρόνα της σπιτονοικοκυράς με το κεφάλι του αδέξια στηριγμένο στο ακουστικό του τηλεφώνου. Κάπου κάπου ψιθύριζε κάτι κι ο Μέντελ του ψιθύριζε σε απάντηση, αλλά την περισσότερη ώρα ήταν σιωπηλοί και οι δύο. Ήταν λιγάκι υποτονικός, ίσως και σκυθρωπός. Σαν ηθοποιός, είχε την αίσθηση ενός επικείμενου απογοητευτικού τέλους προτού η αυλαία πέσει, μια αίσθηση μεγάλων πραγμάτων που όδευαν μια μικρή και ταπεινή κατάληξη, όπως ο ίδιος ο θάνατος του φαινόταν μικρός και ταπεινός ύστερα από τις μάχες στη ζωή του&#8230; Σκέφτηκε ξανά την ημέρα που κήδεψε τον Έλεγχο. Σκέφτηκε σχετικά με την προδοσία κι αναρωτήθηκε αν υπήρχε άσκοπη προδοσία, με τον ίδιο, ας πούμε, τρόπο που υπήρχε άσκοπη βία&#8230; Μετακινώντας τώρα το τηλέφωνο, από τη δεξιά του μεριά στην αριστερή, έβγαλε το όπλο από τη μέσα τσέπη του σακακιού του, όπου είχε ήδη καταστρέψει την εξαίρετη μεταξωτή φόδρα. Ανακάλυψε την ασφάλεια και για μια στιγμή έπαιξε με την ιδέα ότι δεν ήξερε προς ποια κατεύθυνση ασφάλιζε και προς ποια απασφάλιζε&#8230;» (σελ. 424-425).</p>
<p style="text-align:justify;">Και ο Χέιντον, ο τυφλοπόντικας, θα συλληφθεί: «Το ήξερε φυσικά. Ήξερε ανέκαθεν ότι ήταν ο Μπιλ. Όπως το ήξερε ο Έλεγχος, κι ο Λέικον στο σπίτι του Μέντελ. Όπως το ήξεραν η Κόνι και ο Τζιμ κι ο Αλελάιν κι ο Εστερχέιζ• όλοι τους είχαν σιωπηρά μοιραστεί αυτή την άρρητη γνώση που ήταν σαν αρρώστια, για την οποία ήλπιζαν ότι θα έφευγε αν δεν την ομολογούσαν και δεν την διαγίγνωσκαν ποτέ» (σελ. 431).</p>
<p style="text-align:justify;">Η ανάκριση του Χέιντον από έναν Σμάιλι έμπλεο  οργής και σεβασμού. Οργής, για τον προδότη και εραστή τής Άνν «Η προδοσία είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα συνήθειας, αποφάσισε ο Σμάιλι, ξαναβλέποντας τον Μπιλ ξαπλωμένο στο πάτωμα, στο σπίτι τής Μπαϊγουότερ, ενώ η Ανν έβαζε μουσική» (σελ. 458). Οργής, για τους άχρηστους, φρικτούς θανάτους• ο Τσέχος στρατηγός ασφαλώς υπήρχε, «Αλλά δεν έκανε ποτέ καμία προσφορά και σε κανέναν»! Οργής, ακόμα και για την προδοσία προς την Ανν• μιλάει ο Χέιντον: «Αλλά είχες αυτό το μοναδικό τρωτό σημείο, την Ανν. Η τελευταία ψευδαίσθηση ενός ανθρώπου χωρίς ψευδαισθήσεις. Θεώρησε ότι, αν γινόταν γνωστό ότι ήμουν εραστής της Ανν, σε άλλα θέματα δεν θα μ’ έβλεπες πολύ καθαρά» (σελ. 458)• και αυτός που “θεώρησε”, ήταν ο Κάρλα&#8230; Σεβασμού, για «τις βραδείας καύσεως ικανότητες ενός γεννημένου συντονιστή κατασκόπων• η σπάνια αίσθησή του ισορροπίας στο χειρισμό των διπλών κατασκόπων και στο στήσιμο παραπλανητικών επιχειρήσεων• η τέχνη του στο να εμπνέει στοργή, ακόμα και αγάπη, κι ας συνέβαινε αυτό σε βάρος της αφοσίωσης σε κάποιον άλλον» (σελ. 200).</p>
<p style="text-align:justify;">Ο σεβασμός δεν θα βοηθήσει τον Χέιντον, που θα βρεθεί με σπασμένο λαιμό, στο γήπεδο, λίγα μέτρα από τον κοιτώνα του, στο Φυτώριο, το περιφραγμένο συγκρότημα όπου φυλασσόταν για τις ανάγκες τής ανάκρισης και για τον χρόνο πριν την ανταλλαγή/εξορία του, στη Μόσχα. Απίστευτη αμέλεια εκ μέρους των σωματοφυλάκων του Χέιντον, παρά τις φορτικές εκκλήσεις τού Σμάιλι για δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Είπαν ότι στο κοστούμι τού Χέιντον που είχε γυρίσει από το καθαριστήριο ήταν πιθανό να είχαν κρύψει κάποιο μήνυμα, που όριζε το ραντεβού στο γήπεδο. Είπαν ότι το έκαναν οι Ρώσοι. Για να μη μιλήσει. “«Όχι», είπε ο Σμάιλι. Φροντίζουν να παίρνουν τους ανθρώπους του πίσω” (σελ. 456). Ο Le Carré δεν κατονομάζει τον δολοφόνο. Στην παραγωγή του “Tinker, tailor, soldier, spy” (BBC-1979), δολοφόνος εμφανίζεται ο Τζιμ Πριντό. Ο Le Carré είχε συνεργαστεί στο σενάριο&#8230;</p>
<p style="text-align:justify;">Εδώ, θα κλείσει το πρώτο μέρος της τριλογίας.<br />
Ο Le Carré γράφει “από μέσα”, για πράγματα που ξέρει. Εδώ, υπάρχει ένα αναμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα και κανένας, ακόμα και ο πιο ευφάνταστος, δεν θα μπορούσε να αναπαραστήσει την “ομίχλη” των διαδρόμων τού Σέρκους καλύτερα, ή ακόμα και το ίδιο καλά, με έναν “δικό μας”. Το επί πλέον συγκριτικό πλεονέκτημα είναι ότι αυτό που γνωρίζει ο Le Carré νίσσεται σε ένα περιβάλλον από τα κατ’ εξοχήν προσφερόμενα σε μυθοπλασία, ενώ επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, παραλληλισμούς με περιστατικά πραγματικά, όσο και τραυματικά, της σύγχρονης ιστορίας τής Αγγλίας.<br />
Όμως, αν το προηγούμενο συνιστά διαπίστωση, δεν σημαίνει ότι  μια ιστορία κατασκόπων μπορεί να συνιστά, αυτοδίκαια, και μία ενδιαφέρουσα ιστορία, αν δεν ήταν η αίσθηση της “μαγείας” που αποπνέει μία γραφή, όπως αυτή του Le Carré• επιστρέψτε στα αποσπάσματα, τα ιδωμένα πίσω από τα μάτια του μικρού Μπιλ Ρόουτς (σελ. 13-21, σελ 152-156, σελ. 276-279, σελ. 460), ή στα Κεφάλαια 12 και 13 (σελ. 126-148, η συνομιλία με την Κόνι), ή στη σκηνή τής αναμονής τού Σμάιλι “&#8230;σφίγγοντας κομμάτια σπάγκο&#8230;” (σελ. 424-429).<br />
Ιστορία “δύσκολη”, εξαιρετικά πολυπρόσωπη, με ιλιγγιωδώς επαναλαμβανόμενα μπρος-πίσω, απαιτεί την αδιάλειπτη συνέργεια του αναγνώστη. Επί τέλους, πόσο “εύκολα” θα μπορούσε να περιγραφεί το έρεβος; Στον κόσμο των κατασκόπων, όπου «δεν συγχωρείται η σύμπτωση», οι κουβέντες είναι δυσερμήνευτες, οι ταυτότητες σε διάθλαση και το ίχνος δυσεύρετο. Για δίκτυα ακόμα ενεργά στη δεκαετία του ’70, ο Κάρλα5 είχε αρχίσει να στρατολογεί Γερμανούς πράκτορες, από το 1936, στην Ισπανία, παριστάνοντας τον φιλοφρανκικό Ρώσο δημοσιογράφο (σελ. 253). Και αν το Cambridge αποτέλεσε την πισίνα των Kim Philby, Donald Maclean, Guy Burgess και Anthony Blant αυτού του κόσμου, o Le Carré, άνθρωπος του Oxford, αυτός, δεν είχε παρά να ρίξει τη λογοτεχνική του απόχη, για να αλιεύσει ένα, ή περισσότερα αριστουργήματα.</p>
<p style="text-align:justify;">
<p style="text-align:justify;">Διάλεξα, ως δείγμα γραφής, τις πρώτες σελίδες τού βιβλίου.              Ο αναγνώστης δεν έχει μπει ακόμα στον μαίανδρο του μύθου και στις επάλληλες επιστρώσεις εικόνων, ονομάτων και χαρακτήρων. Μπορεί, έτσι, να εκτιμήσει καλύτερα την τοπιογραφία και την έφεση του Le Carré στην ιχνοσκόπηση της λεπτομέρειας• στο απόσπασμα αυτό, παραστάσεις ιδωμένες με τα μάτια ενός παιδιού που, όμως, δεν είναι ικανές να επιτρέψουν την απόκλιση από μία συγγραφική μανιέρα κάποιες φορές κορεσμένα εξεζητημένη, έως, απλά, βρετανική:</p>
<p style="text-align:justify;">
<p style="text-align:justify;"><em>“Η αλήθεια είναι ότι αν ο παλιόφιλος ο ταγματάρχης Ντόβερ δεν είχε σωριαστεί νεκρός στις ιπποδρομίες του Τόντον ο Τζιμ δεν θα ’χε έρθει ποτέ στο Θέρσγκουντ’ς. Ήρθε στο μέσον του τριμήνου χωρίς συνέντευξη -τέλη Μάη ήταν, αν και κανείς δεν θα το μάντευε από τον καιρό- έχοντας προσληφθεί μέσω ενός από τα πιο ικανά γραφεία που ειδικεύονταν στο να βρίσκουν δασκάλους για τα ιδιωτικά προπαρασκευαστικά  σχολεία, για να αντικαταστήσει τον παλιόφιλο τον Ντόβερ ώσπου να βρεθεί κάποιος κατάλληλος. «Ένας γλωσσομαθής», είπε ο Θέρσγκουντ στην αίθουσα των καθηγητών, «ένα προσωρινό μέτρο», και τράβηξε απολογητικά το τσουλούφι του από το μέτωπό του. «Πριντό». Είπε ένα ένα τα γράμματα: «P-r-i-d» τα γαλλικά δεν ήταν το αντικείμενο του Θέρσγκουντ, έτσι κοίταξε στο χαρτί να σιγουρευτεί, «e-a-u-x, μικρό όνομα Τζέιμς. Νομίζω ότι θα μας βολέψει μια χαρά μέχρι τον Ιούνη». Το προσωπικό δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει το υπονοούμενο. Ο Τζιμ Πριντό ήταν στον πάτο της διδασκαλικής κοινότητας. Ανήκε στην ίδια θλιβερή κατηγορία με την αείμνηστη την κυρία Λαβντέι, που είχε παλτό από αστρακάν και δίδασκε θρησκευτικά στο δημοτικό, ώσπου βρέθηκε καταχρεωμένη, ή τον αείμνηστο τον κύριο Μόλτμπι, τον πιανίστα που παράτησε την πρόβα της χορωδίας όταν τον κάλεσε η αστυνομία να την βοηθήσει στις έρευνές της και, απ’ όσο ήξεραν οι πάντες, τη βοηθούμε μέχρι σήμερα, γιατί το μπαούλο του Μόλτμπι ήταν ακόμη στο υπόγειο μέχρι νεωτέρας. Κάμποσοι απ’ το προσωπικό, αλλά κυρίως ο Μάρτζοριμπανκς, ήταν υπέρ του να ανοιχτεί το μπαούλο. Έλεγαν ότι περιείχε ξακουστούς χαμένους θησαυρούς, για παράδειγμα τη βαλμένη σ’ ασημένια κορνίζα φωτογραφία της Λιβανέζας μητέρας του Απραχάμιαν, τον ελβετικό σουγιά του Μπέστ Ινγκραμ και το ρολόι της επιστάτισσας. Αλλά ο Θέρσγκουντ άκουγε με αποφασιστικά ανέκφραστο το αρυτίδωτο πρόσωπό του αυτές τις παρακλήσεις. Μόνο πέντε χρόνια είχαν περάσει από τότε που κληρονόμησε το σχολείο απ’ τον πατέρα του, αλλά αυτά τα χρόνια του είχαν ήδη διδάξει ότι μερικά πράγματα ήταν καλύτερο να μένουν καταχωνιασμένα.</em><br />
<em> Ο Τζιμ Πριντό έφτασε μια Παρασκευή με καταιγίδα. Όπως απλώνεται ο καπνός από την κάννη όπλου που εκπυρσοκροτεί, έτσι περνούσε η βροχή μέσ’ από τα άδεια γήπεδα του κρίκετ κι’ έπεφτε στις ρημαγμένες προσόψεις από ψαμμίτη. Έφτασε μετά το μεσημεριανό, οδηγώντας ένα παλιό κόκκινο Άλβις και τραβώντας ένα τροχόσπιτο από δεύτερο χέρι που κάποτε ήταν μπλε. Νωρίς το απομεσήμερο στο Θέρσγκουντ’ς έχει ησυχία μια σύντομη ανακωχή στην ατέλειωτη μάχη κάθε σχολικής μέρας. Τα αγόρια στέλνονται στους κοιτώνες να ξεκουραστούν και το προσωπικό κάθεται στην αίθουσα των καθηγητών, πίνει καφέ, διαβάζει εφημερίδα ή διορθώνει τις εργασίες των αγοριών. Ο Θέρσγκουντ διαβάζει ένα μυθιστόρημα στη μητέρα του. Απ’ όλο το σχολείο, επομένως, μόνον ο μικρός ο Μπιλ Ρόουτς είδε το Τζιμ να φτάνει, είδε το Άλβις να φτύνει ατμό μέσ’ από το καπό καθώς αγκομαχώντας κατηφόριζε το γεμάτο λακκούβες δρόμο με τους υαλοκαθαριστήρες να πηγαινοέρχονται και με το τροχόσπιτο να τραντάζεται περνώντας μέσ’ από του πλημμυρισμένους λάκκους.</em><br />
<em> Ο Ρόουτς ήταν νέος μαθητής εκείνη την εποχή και τον είχαν κατατάξει στους βλάκες, αν όχι στους καθυστερημένους. Το Θέρσγκουντ’ς ήταν το δεύτερο προπαρασκευαστικό του σχολείο μέσα σε δύο τρίμηνα. Ήταν ένα παχύ παιδί με άσθμα και το μεγαλύτερο μέρος του διαλείμματός του το περνούσε γονατιστός στην άκρη του κρεβατιού του, κοιτώντας απ’ το παράθυρο. Η μητέρα του ζούσε μες στη χλιδή στο Μπαθ ο πατέρας του- συμφωνούσαν όλοι-ήταν ο πλουσιότερος στο σχολείο, μια διάκριση που του γιου τού κόστιζε ακριβά. Επειδή ήταν παιδί από διαλυμένο σπιτικό, ο Ρόουτς ήταν από τη φύση του θεατής. Ο Ρόουτς δεν είδε τον Τζιμ να σταματά στα κτήρια του σχολείου, αλλά τον είδε να συνεχίζει μέχρι το προαύλιο του στάβλου. Ήξερε λοιπόν ήδη τα κατατόπια. Πρέπει να είχε κάνει αναγνώριση ή να ’χε μελετήσει χάρτες, αποφάσισε αργότερα ο Ρόουτς. Ακόμα κι όταν έφτασε στο προαύλιο, δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε στο βρεγμένο γρασίδι με την ίδια ταχύτητα, πέρασε πάνω από το λοφάκι, στο Λάκκο, και χάθηκε. Ο Ρόουτς μισοπερίμενε να ξεφύγει το τροχόσπιτο στην κορυφή, τόσο γρήγορα πήγαινε ο Τζιμ, αλλ΄ απλώς σηκώθηκε κι εξαφανίστηκε σαν γιγάντιος λαγός μες στην τρύπα του.</em><br />
<em> Ο Λάκκος είναι κομμάτι των θρύλων του Θέρσγκουντ. Βρίσκεται σε μια έρημη έκταση ανάμεσα στο δενδρόκηπο, την αποθήκη για τα φρούτα και το προαύλιο του στάβλου. Δεν είναι παρά ένα βαθούλωμα στη γη, σκεπασμένο με γρασίδι, με λοφάκια στη βορινή πλευρά, που το καθένα έχει περίπου ύψος αγοριού και είναι σκεπασμένο με πυκνούς θάμνους που το καλοκαίρι μουλιάζουν απ’ την υγρασία. Αυτά τα λοφάκια χαρίζουν στο Λάκκο την ξεχωριστή αξία που έχει ως τόπος παιχνιδιού καθώς και τη φήμη του, που ποικίλλει ανάλογα με τη φαντασία κάθε νέας γενιάς αγοριών. Είναι τα ίχνη ενός υπέργειου αργυρωρυχείου, λέει η μια χρονιά και σκάβει με ζήλο να βρει πλούτη. Είναι ρωμαιοβρετανικό οχυρό, λέει μια άλλη και στήνει μάχες με κλαριά και βλήματα από λάσπη. Γι’ άλλους ο Λάκκος είναι κρατήρας από βόμβα, από τον πόλεμο, και τα λοφάκια είναι καθιστά κουφάρια που θάφτηκαν στην έκρηξη. Πριν από έξι χρόνια, όχι πολύ προτού κλεφτεί ξαφνικά με μια ρεσεψιονίστ από το ξενοδοχείο Καστλ, ο πατέρας του Θέρσγκουντ είχε ξεκινήσει μια καμπάνια για την κατασκευή μιας πισίνας και είχε πείσει τα αγόρια να σκάψουν μια μεγάλη τρύπα με ένα βαθύ άκρο κι ένα ρηχό. Αλλά τα λεφτά που μαζεύτηκαν δεν έφταναν για να χρηματοδοτηθεί αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, έτσι σπαταλήθηκαν γι’ άλλους σκοπούς, όπως για ένα νέο προβολέα για το μάθημα της τέχνης, και σ’ ένα σχέδιο για καλλιέργεια μανιταριών στα υπόγεια του σχολείου. Και για ν’ αγοραστεί μια ερωτική φωλιά, είπαν κάποιοι φαρμακόγλωσσοι, για ένα συγκεκριμένο παράνομο ζευγάρι εραστών, όταν τελικά το ’σκασαν στη Γερμανία, την πατρίδα της κυρίας.</em><br />
<em> Ο Τζιμ αγνοούσε όλους αυτούς τους συσχετισμούς. Η αλήθεια είναι ότι τυχαία διάλεξε τη μοναδική γωνιά της ακαδημίας Θέρσγκουντ που για τον Ρόουτς είχε υπερφυσικές ιδιότητες.</em><br />
<em> Ο Ρόουτς περίμενε στο παράθυρο αλλά δεν είδε τίποτ’ άλλο. Και το Άλβις και το τροχόσπιτο ήταν αθέατα, κι αν δεν υπήρχαν τα υγρά κόκκινα ίχνη στο γρασίδι, ίσως αναρωτιόταν μήπως τελικά το ονειρεύτηκε. Αλλά τα ίχνη ήταν αληθινά, έτσι, όταν το κουδούνι σήμανε το τέλος του διαλείμματος, φόρεσε τις γαλότσες του, ανέβηκε μέχρι την κορυφή του Λόφου σέρνοντας τα πόδια του, κοίταξε κάτω και να σου ο Τζιμ με στρατιωτικό αδιάβροχο και μ’ ένα ασυνήθιστο καπέλο, που θύμισε με το φαρδύ του γείσο αυτά που φορούν στα σαφάρι, αν και ήταν γούνινο, και είχε τη μια μεριά γυρισμένη προς τα πάνω, όπως τα πειρατικά καπέλα, και το νερό έτρεχε από μέσα του σαν μέσ’ από λούκι.</em><br />
<em> Το Άλβις ήταν στο προαύλιο του στάβλου• ο Ρόουτς δεν μπορούσε να φανταστεί πώς κατάφερε ο Τζιμ να το βγάλει κρυφά από το Λάκκο, αλλά το τροχόσπιτο ήταν εκεί κάτω, στο άκρο που θα ήταν το βαθύ, πάνω σε βάσεις από ξεβαμμένα τούβλα, κι ο Τζιμ καθόταν στο σκαλί κι έπινε από ένα πλαστικό πράσινο κύπελλο τρίβοντας το δεξή του ώμο σαν να τον είχε χτυπήσει κάπου, καθώς η βροχή κυλούσε απ’ το καπέλο του. Ύστερα το καπέλο σηκώθηκε κι ο Ρόουτς βρέθηκε να κοιτάζει ένα πολύ άγριο κόκκινο πρόσωπο, που το ’κανε ακόμη αγριότερο η σκιά του γείσου του καπέλου κι ένα καστανό μουστάκι που η βροχή το είχε μουσκέψει κάνοντάς το οδοντωτό. Το υπόλοιπο πρόσωπο ήταν γεμάτο ακανόνιστες ζάρες, τόσο βαθιές και στρεβλές, που ο Ρόουτς συμπέρανε, σε άλλη μια από τις ευφάνταστες, ευφυείς αναλαμπές του, ότι ο Τζιμ είχε λιμοκτονήσει κάποτε σ’ ένα τροπικό μέρος κι ύστερα η όψη του γέμισε ξανά. Είχε το αριστερό του μπράτσο βαλμένο ακόμη πάνω στο στήθος του και το δεξή του ώμο σηκωμένο ψηλά, πάνω στο λαιμό του. Αλλά όλη του η φιγούρα ήταν ολότελα ασάλευτη, ήταν σαν ζώο παγωμένο μπροστά στο φόντο του• ένα αρσενικό ελάφι, σκέφτηκε ο Ρόουτς σπρωγμένος από μια αισιόδοξη παρόρμηση• κάτι ευγενές.</em><br />
<em> «Ποιος στο διάολο είναι εσύ» ρώτησε μια πολύ στρατιωτική φωνή.</em><br />
<em> «Ο Ρόουτς, κύριε, Είμαι καινούργιος εδώ».</em><br />
<em> Γι’ άλλη μια στιγμή εκείνο το πλίθινο πρόσωπο συνέχισε να παρατηρεί τον Ρόουτς μέσ’ από τη σκιά του καπέλου και ύστερα το αγόρι είδε με απέραντη ανακούφιση τα χαρακτηριστικά του να χαλαρώνουν κι ένα λυκίσιο χαμόγελο να εμφανίζεται, και το αριστερό χέρι, κολλημένο ακόμα στο δεξή ώμο, ξανάρχισε το αργό μασάζ του ενώ ταυτόχρονα ο άντρας έπινε μια μεγάλη γουλιά από το πλαστικό κύπελλο.</em><br />
<em> «Καινούργιος, ε;» επανέλαβε ο Τζιμ μιλώντας μες στο κύπελλο και χαμογελώντας ακόμα. «Πάλι καλά».</em><br />
<em> Τώρα ο Τζιμ σηκώθηκε και, γυρνώντας την κυρτή του πλάτη στον Ρόουτς, άρχισε να περιεργάζεται τα τέσσερα πόδια του τροχόσπιτου με μεγάλη προσοχή, κουνώντας την ανάρτηση και γέρνοντας το παράξενα καπελωμένο του κεφάλι, κι αλλάζοντας τη γωνία και τη θέση κάμποσων τούβλων. Στο μεταξύ η ανοιξιάτικη βροχή έπεφτε με θόρυβο στα πάντα• στο παλτό του, στο καπέλο του, στην οροφή του παλιού τροχόσπιτου. Κι ο Ρόουτς πρόσεξε ότι, σε όλη τη διάρκεια αυτών των κινήσεων, ο δεξής ώμος του Τζιμ δεν είχε κουνηθεί καθόλου αλλά ήταν μαγκωμένος στο λαιμό του σαν πέτρα, κάτω από το αδιάβροχο. Ως εκ τούτου, αναρωτήθηκε αν ο Τζιμ ήταν ένας γιγάντιος καμπούρης κι αν όλες οι καμπούρες πονούσαν όσο του Τζιμ. Και πρόσεξε, ως γενική παρατήρηση, ως κάτι που θα το φυλούσε στο μυαλό του, ότι οι άνθρωποι με πονεμένη πλάτη κάνουν μεγάλη βήματα, κάτι που είχε σχέση με την ισορροπία.</em><br />
<em> «Καινούργιος, ε; Λοιπόν, εγώ δεν είμαι καινούργιος», συνέχισε ο Τζιμ με πολύ πιο φιλικό τόνο καθώς τραβούσε το ένα πόδι του τροχόσπιτου. «Είμαι παλιός. Παλιός σαν τον Ριπ Βαν Γουίνκλ, αν θες να μάθεις. Ακόμα πιο παλιός. Έχεις καθόλου φίλους;»</em><br />
<em> «Όχι, κύριε», είπε απλά ο Ρόουτς με την άτονη φωνή που ’χουν τα αγόρια όταν λένε «όχι», αφήνοντας όλες τις θετικές απαντήσεις στους «ανακριτές» τους. Ο Τζιμ ωστόσο δεν έδωσε καμία απάντηση, έτσι ο Ρόουτς ξαφνικά αισθάνθηκε παράξενα κοντά στον άντρα και ταυτόχρονα ένιωσε ελπίδα.</em><br />
<em> «Το άλλο μου όνομα είναι Μπιλ», είπε. «Βαφτίστηκα Μπιλ, αλλά ο κύριος Θέρσγκουντ με φωνάζει Γουίλιαμ»</em><br />
<em> «Μπιλ, ε; Ο Μπιλ ο Μπίλιας. Σ’ έχει φωνάξει ποτέ κανείς έτσι;»</em><br />
<em> «Όχι κύριε»</em><br />
<em> «Πάντως είναι καλό όνομα»</em><br />
<em> «Μάλιστα κύριε»</em><br />
<em> «Έχω γνωρίσει πολλούς Μπιλ. Ήταν καλοί όλοι».</em><br />
<em> Και μ’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, έγιναν οι συστάσεις” (σελ. 11-16).</em></p>
<p style="text-align:justify;">&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;-</p>
<p style="text-align:justify;">1 Κάρλα: Ο επί κεφαλής τής Ρωσικής Αντικατασκοπείας. Ο Σμάιλι είχε ανακρίνει τον Κάρλα, στο Δελχί, το 1955, όπου οι Ινδοί τον είχαν συλλάβει “με αόριστες κατηγορίες περί παράνομης εισόδου”. Ο Σμάιλι προσπάθησε να τον δελεάσει, ώστε να αυτομολήσει στη Δύση. Ο Κάρλα, που παρέμεινε απόλυτα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της “ανάκρισης”, αρνήθηκε και επέστρεψε στη Μόσχα, παρότι σε δυσμένεια. Θα εξοριστεί στη Σιβηρία, στο πλαίσιο των Σταλινικών εκκαθαρίσεων. Μετασταλινικά, θα αποκατασταθεί και θα επιστρέψει, επί κεφαλής του Κέντρου τής Μόσχας. Ο παλιός του αρχηγός Ρούντσεφ, είχε εκτελεστεί&#8230;</p>
<p style="text-align:justify;">2 [... Το αγόρι εμφανίστηκε πάλι, κραδαίνοντας ένα μπουκάλι κρασί Βουργουνδίας σαν να ’ταν ρόπαλο. «Τ’ αφήνεις σε παρακαλώ ν’ αναπνεύσει λιγάκι;» Το αγόρι κοίταξε τον Σμάιλι σαν να ‘ταν τρελός. «Άνοιξ’ το και άσ’ το στο τραπέζι», είπε κοφτά ο Γκίγιαμ ] (σελ. 251).</p>
<p style="text-align:justify;">3 http://www.telegraph.co.uk/culture/books/8422000/What-does-John-Le-Carre-have-to-hide.html</p>
<p style="text-align:justify;">4 (ή Int Corps) Στρατιωτικό “Σώμα” (παλαιότερα “Υπηρεσία”) του Αγγλικού Στρατού, υπεύθυνο για τη συλλογή, ανάλυση και διανομή πληροφοριών κατασκοπευτικού/αντικατασκοπευτικού ενδιαφέροντος.</p>
<p style="text-align:justify;">5  Σχετικά με τον Κάρλα, στη σελίδα 271, ο Σμάιλι αναφέρει στον Γκίγιαμ: «Ο Κάρλα παντρεύτηκε κάποτε μια κοπέλα στο Λένινγκραντ, μια φοιτήτρια. Αυτοκτόνησε όταν τον έστειλαν στη Σιβηρία». Θα ήταν χρήσιμο, ο αναγνώστης, διαβάζοντας το “Οι άνθρωποι του Σμάιλι”, να έχει συγκρατήσει αυτήν τη λεπτομέρεια.</p>
<p style="text-align:right;"><strong>Αντώνης Γκόλτσος / Αθήνα, Δεκέμβριος 2011.</strong></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1909/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1909&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2012/01/01/john-le-carre/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2012/01/57646075251831483401.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">5764607525183148340</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Βραδιά αστυνομικής λογοτεχνίας</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/10/vutzas/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/10/vutzas/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 09 Dec 2011 22:03:52 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1862</guid>
		<description><![CDATA[Αν έχετε διάθεση για χειμερινή, βραδιάτικη εκδρομούλα στα πέριξ της Αθήνας μέρη, να μια καλή ευκαιρία: Ο Δημήτρης Μαμαλούκας, ο Σέργιος Γκάκας κι εγώ, θα βρισκόμαστε το βράδυ της Πέμπτης 15/12, στον όμορφο χώρο του Βιβλιοπωλείου Βιβλιοθήκη, στον Νέο Βουτζά, για μια νύχτα γεμάτη αστυνομική λογοτεχνία. Ο Δημήτρης Μαμαλούκας θα προσεγγίσει το ξένο αστυνομικό μυθιστόρημα, [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1862&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:justify;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/inv-lesxis-15122011.jpg"><img class="aligncenter size-full wp-image-1905" title="inv lesxis 15122011" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/inv-lesxis-15122011.jpg?w=450&#038;h=337" alt="" width="450" height="337" /></a>Αν έχετε διάθεση για χειμερινή, βραδιάτικη εκδρομούλα στα πέριξ της Αθήνας μέρη, να μια καλή ευκαιρία:</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Δημήτρης Μαμαλούκας, ο Σέργιος Γκάκας κι εγώ, θα βρισκόμαστε το βράδυ της Πέμπτης 15/12, στον όμορφο χώρο του Βιβλιοπωλείου Βιβλιοθήκη, στον Νέο Βουτζά, για μια νύχτα γεμάτη αστυνομική λογοτεχνία.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Δημήτρης Μαμαλούκας θα προσεγγίσει το ξένο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Σέργιος Γκάκας θα παρουσιάσει τον συλλογικό τόμο της Ε.Λ.Σ.Α.Λ. <em>«Είσοδος Κινδύνου»</em> κι εγώ, με τη σειρά μου, θα ευλογήσω τα γένια όλων μας, μιλώντας για τους έλληνες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας.</p>
<p>Θα χαρούμε να σας έχουμε εκεί, συντροφιά μας, να μιλήσουμε για «δολοφόνους κι αστυνόμους», μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.</p>
<p align="right"><strong>Νίνα Κουλετάκη</strong></p>
<p align="right">
<p align="right"><strong>KΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑΜΕ, ΚΛΙΚ <a href="http://vivliothiki.com/2011/12/20/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82/">ΕΔΩ</a>!</strong></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1862/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1862&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/10/vutzas/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/inv-lesxis-15122011.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">inv lesxis 15122011</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Ελληνικά Εγκλήματα 4</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/08/gc-4/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/08/gc-4/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 07 Dec 2011 23:02:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1897</guid>
		<description><![CDATA[<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1897&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/image002.gif"><img class="aligncenter  wp-image-1898" title="image002" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/image002.gif?w=512&#038;h=361" alt="" width="512" height="361" /></a></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1897/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1897&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/08/gc-4/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/image002.gif" medium="image">
			<media:title type="html">image002</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Τα πουλιά της Μπανγκόκ, του Manuel Vazquez Montalban</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/06/montalban/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/06/montalban/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 06 Dec 2011 13:50:32 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1893</guid>
		<description><![CDATA[O Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν γεννήθηκε στη Γαλικία το 1939 από πατέρα κομμουνιστή και μητέρα αναρχοσυνδικαλίστρια. Σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία. Μέλος του Κ.Κ.Ισπανίας, σε ηλικία 23 ετών, προδωμένος από συντρόφους του, φυλακίζεται και βασανίζεται. Εμφανίζεται το 1967 ως ποιητής και μεταφράζει T.S.Eliot, τον οποίο, παρά την ιδεολογική τους αντίθεση, θαύμαζε. Οι περιπέτειες του μελαγχολικού και μηδενιστή [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1893&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:justify;"><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/iz001283.jpg"><img class="aligncenter" title="IZ001283" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/iz001283.jpg?w=468&#038;h=346" alt="" width="468" height="346" /></a><span style="font-family:Arial,sans-serif;">O</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"> <span style="color:#ffcc00;"><strong>Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν</strong></span> γεννήθηκε στη Γαλικία το 1939 από πατέρα κομμουνιστή και μητέρα αναρχοσυνδικαλίστρια. Σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία. Μέλος του Κ.Κ.Ισπανίας, σε ηλικία 23 ετών, προδωμένος από συντρόφους του, φυλακίζεται και βασανίζεται. Εμφανίζεται το 1967 ως ποιητής και μεταφράζει </span><span style="color:#ffcc00;"><strong>T.S.Eliot</strong></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">, τον οποίο, παρά την ιδεολογική τους αντίθεση, θαύμαζε. </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Οι περιπέτειες του μελαγχολικού και μηδενιστή <span style="color:#ffcc00;"><strong>Πέπε Καρβάλιο</strong></span> αποτελούν το γνωστότερο κομμάτι του μυθιστοριογράφου, δοκιμιογράφου, ποιητή, ευθυμογράφου, πολιτικού ρεπόρτερ, αρθρογράφου στην «</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">El</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Pais</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">» και συγγραφέα γαστρονομίας. Η φιγούρα του ντετέκτιβ Καρβάλιο εμφανίστηκε το 1972 στο βιβλίο ‘’Εγώ σκότωσα τον Κέννεντυ’’. Ευρύτερα γνωστός όμως γίνεται το 1979 με τις ‘’Θάλασσες του Νότου’’, όπου κερδίζει και την πρώτη τιμητική του διάκριση στην Ισπανία. Ακολούθησαν πολλές και διεθνείς.</span></p>
<p><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/montalban.jpg"><img class="aligncenter" title="montalban" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/montalban.jpg?w=350&#038;h=230" alt="" width="350" height="230" /></a>Πέθανε το 1992 στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ από ανακοπή καρδιάς, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι του στην Αυστραλία. Ο <span style="color:#ffcc00;"><strong>Αντρέα Καμιλλέρι</strong></span>, μεγάλος θαυμαστής του, ονόμασε προς τιμήν του τον ήρωα του, </span><span style="color:#ffcc00;"><strong>Salvo Montalbano</strong></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">. </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">«Συνειδητοποιείτε ότι εμείς, οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ, είμαστε τα βαρόμετρα της καθιερωμένης ηθικής; Σας το λέω, η κοινωνία είναι σάπια. Δεν πιστεύει σε τίποτα», δηλώνει ο Πέπε Καρβάλιο στο φίλο του, Μπισκουτέρ, στις ‘’Θάλασσες του Νότου’’. Με έντονα κριτική ματιά πάνω στην μοντέρνα μετα-φρανκική κοινωνία, οι ιστορίες με τον Καρβάλιο αποτελούν μια υπέροχη μίξη από αστυνομική λογοτεχνία, κοινωνικό σχολιασμό, χιούμορ και γαστρονομική απόλαυση. Ο ήρωας, </span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">alter</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">ego</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"> του Μονταλμπάν, βρίσκεται στον αντίποδα του κλασσικού ιδιωτικού ντετέκτιβ, διαθέτοντας μια πολύπλοκη και αντιθετική προσωπικότητα. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας στην οποία συνυπάρχει ο κυνικός, ο παρατηρητής και ο ειρωνικός σχολιαστής της.</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποτελεί ο κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζει τα γεγονότα της ζωής, απόρροια του παρελθόντος του. Στην αντιφατική του φιγούρα ενσαρκώνονται οι ψευδαισθήσεις και η απογοήτευση που δημιούργησε στον μέσο Ισπανό, η μετάβαση στην Δημοκρατία. Όσον αφορά λοιπόν τον επιδιωκόμενο κοινωνικό του σκοπό, τα μυθιστορήματα του Μονταλμπάν, σύμφωνα με την </span><span style="color:#ffcc00;"><strong>Anne Mullen</strong></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"> (</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Crime</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">scenes</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Detective</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Narratives</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">in</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">European</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Culture</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">since</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"> 1945), ασκούν μια επιβλητική έλξη στη συλλογική μνήμη αυτών, που δεν επιθυμούν να θυμούνται. </span></p>
<div class="mceTemp mceIEcenter" style="text-align:justify;">
<dl class="wp-caption aligncenter">
<dt class="wp-caption-dt"><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/manuel-va_html_421d60591.jpg"><img title="Manuel Va_html_421d6059" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/manuel-va_html_421d60591.jpg?w=420&#038;h=335" alt="" width="420" height="335" /></a></dt>
<dd class="wp-caption-dd">Ζοζέ Σαραμάγκου, Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν και Αντρέα Καμιλλέρι</dd>
</dl>
</div>
<p style="text-align:center;"><span style="color:#ff0000;"><span style="font-size:large;"><em><strong>Ta</strong></em></span></span><span style="color:#ff0000;"><span style="font-size:large;"><em><strong> πουλιά της Μπανγκόκ</strong></em></span></span></p>
<p style="text-align:center;"><span style="color:#ff0000;"><span style="font-size:medium;">Μετάφραση: Χρ. Θεοδωροπούλου</span></span></p>
<p style="text-align:center;"><span style="color:#ff0000;"><span style="font-size:medium;">(ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005)</span></span></p>
<p style="text-align:justify;"><!--         @page { margin: 2cm }         P { margin-bottom: 0.21cm } --><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Μια απερισκεψία, ή ίσως η ελαφρότητα που χαρακτήριζε τη ζωή της οδηγεί την θελκτική για άντρες και γυναίκες Θέλια Ματάις Θερβέρα στον άλλο κόσμο. Ο Δαλμάσες και η Δονάτο ζηλεύουν που δεν είναι μαζί της εκείνη τη νύχτα, όταν η Μάρτα Μιγέλ, βλέποντας να χάνει το αντικείμενο του πόθου της και νοιώθοντας να εισπράττει μια βάναυση, κατ’ εκείνη, καταφρόνια, κτυπάει θανάσιμα στο κεφάλι την Θέλια με μια παγωμένη μποτίλια σαμπάνιας. </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Προφανώς, αυτή θα πρέπει να είναι και η ιστορία του βιβλίου. Μοιάζει με κινέζικη, αστυνομική ιστορία, όπου ο αναγνώστης γνωρίζει μεν τον δράστη αλλά ακολουθεί τη σκέψη και τις κινήσεις του Επιθεωρητή, που τον οδηγούν στην αποκάλυψη του ενόχου. Όμως όχι! Με τον Μονταλμπάν δεν βγάζει κανείς εύκολα συμπεράσματα. Διότι αμέσως μετά τη σκηνή της δολοφονίας εμφανίζεται ο Πέπε Καρβάλιο ν’ αναπολεί ένα ταξίδι του στην Μπανγκόκ και να εξηγεί έτσι και τον τίτλο του βιβλίου</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(Είκοσι φορές είπα στον εαυτό μου: ‘’Θα ρωτήσεις το όνομα αυτών των πουλιών’’ και ποτέ δεν το ρώτησα. Σε διαβεβαιώνω πάντως ότι κάθε σούρουπο υπήρχαν μυριάδες εκατομμύρια πάνω στα καλώδια, που συναγωνίζονταν τους υστερινούς θορύβους της Μπανγκόκ, μ’ ένα τιτίβισμα που μπορούσε να είναι τιτίβισμα χαράς ή απελπισίας, ανάλογα με το αν εσύ ήσουν χαρούμενος ή απελπισμένος’’.)</em></span></p>
<p><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/los-pajaros.jpg"><img class="aligncenter" title="Los Pájaros" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/los-pajaros.jpg?w=259&#038;h=400" alt="" width="259" height="400" /></a></em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Τι ξέρουμε για τον Πέπε Καρβάλιο; Πληροφορίες που έχουν δοθεί κατά καιρούς απ’ τον δημιουργό του, μας λένε τα εξής: « Ο ήρωας μεγαλώνει την εποχή του Φράνκο, γίνεται μέλος του Κ.Κ.Ισπανίας και εκτίει ποινή δύο ετών ως πολιτικός κρατούμενος, προδωμένος απ’ τους συντρόφους του. Μας θυμίζει κάτι αυτό; Στην συνέχεια εγκαταλείπει την Ισπανία και πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου γίνεται πράκτορας της </span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">CIA</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">. Μετά από τέσσερα χρόνια επιστρέφει στη Βαρκελώνη και ανοίγει το ιδιωτικό του γραφείο ερευνών στην φτωχική συνοικία Ράμπλας. Από εκεί, παρέα με τον βοηθό και προσωπικό του μάγειρα(!) Μπισκουτέρ τον οδηγούν οι υποθέσεις του στα πιο διαφορετικά κοινωνικά στρώματα της πόλης αλλά και εκτός αυτής. Κατοικεί στην Βαλβιδρέρα, μια εξοχική περιοχή στα βόρεια της Βαρκελώνης. Είναι παθιασμένος μάγειρας και λάτρης του καλού φαγητού, του ποτού και της γυναίκας.» Αυτά, μόνο για αρχή! Θα μάθουμε πολλά περισσότερα για τον ήρωα στη συνέχεια… </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Τα πρώτα τηλεγραφήματα απ’ τη φίλη του Τερέσα Μαρσέ, που βαρέθηκε να βλέπει τον άντρα και τον γιό της, ήταν ευχάριστα. Το τηλεφώνημα της όμως μέσα στη νύχτα ήταν άκρως ανησυχητικό…</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(«Είναι θαύμα που μπόρεσα να σου τηλεφωνήσω. Βρίσκομαι σε δύσκολη θέση. Θέλουν να μας σκοτώσουν, Πέπε»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Να σας σκοτώσουν; Ποιους; Όλο το γκρουπ; Τη λευκή φυλή; Τους Καταλανούς;»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Τον Άρτσιτ κι εμένα.»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Ποιος είναι ο Άρτσιτ;»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Είναι μεγάλη ιστορία και δεν είμαι ασφαλής εδώ. Είναι ο συνοδός μου. Μας κυνηγάνε Πέπε. Σου μιλάω σοβαρά. Κάνε κάτι».</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Τι μπορώ να κάνω;»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Μίλησε σε κάποιους. Ή έλα εδώ, Πέπε».</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Πέπε, σ’ ότι αγαπάς. Κινητοποίησε κάποιους. Κάνε κάτι αποκεί. Είναι μεγάλη ιστορία, δεν μπορώ τώρα να σου εξηγήσω, αλλά…»)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Ο Καρβάλιο αναστατώνεται. Αναμνήσεις απ’ το δυνατό άρωμα του ‘’Σίνγκαπορ Σλινγκ’’ και του εξωτικού ‘’Μεκόνγκ’’ αναδύονται απ’ τη μνήμη του… </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(«Μίλησέ μου για την Μπανγκόκ, αφεντικό. Είναι όμορφη;»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Μια πόλη μες στη σαπίλα. Τη μοντέρνα πόλη τη σαπίζει ο κόσμος και την παραποτάμια πόλη τη σαπίζει το σκατό. Κι αυτό ισχύει από παλιά, Μπισκουτέρ. Τέλος πάντων»</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>.</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>)</em></span></p>
<p><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/vazquez_montalban.jpg"><img class="aligncenter" title="vazquez_montalban" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/vazquez_montalban.jpg?w=340&#038;h=440" alt="" width="340" height="440" /></a></em>Σφήνα ανάμεσα στις δύο υποθέσεις, ο γέρος-Νταουρέλια. Για τον Καρβάλιο, που ακολουθεί τη χρυσή καταλανο-γιαπωνέζικη συνήθεια του, δουλεύοντας το ένα τρίτο της ημέρας ώστε να μπορεί να κοιμάται οκτώ ώρες και να επουλώνει τις πληγές του κορμιού και της ψυχής του τις υπόλοιπες οκτώ, ήταν ότι πρέπει. Η επιχείρηση ‘’Τέντες Νταουρέλια Α.Ε.’’ αποτελείται απ’ τον γέρο, τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του μετά των συζύγων τους. Ένα πραγματικό εργοτάξιο. Αλλά κάποιος δουλεύει περισσότερο για τον εαυτό του…</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(«Υπεξαίρεση. Με κλέβουν, μας κλέβουν» τα λόγια του γέρου-Νταουρέλια. «Έλειμμα έξι εκατομμυρίων»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Κάποιος απ’ την οικογένεια;»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>«Αποκλείεται», είπε με τα χείλη μα όχι με τα μάτια του και άρχισε να ενημερώνει τον Καρβάλιο για τις αρετές και τα βίτσια των εξ αίματος και των εξ’ αγχιστείας παιδιών του».)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Η έκβαση του δράματος της εταιρείας ‘’Τέντες και Πισίνες Νταουρέλια Α.Ε.’’ καταλήγει σε θυμηδία. Ο γαμπρός Πάμπλο προσπαθεί να καλύψει τις ατασθαλίες του ισχυριζόμενος ακριβά δείπνα στους πελάτες του. Κανείς δεν τον πιστεύει. Ο γέρο-Νταουρέλια φουρκίζεται, αλλά μπροστά στο φευγιό της κόρης του και την απαγωγή των εγγονιών του μαζεύεται και προσπαθεί να σώσει την κατάσταση δίνοντας μια εξαιρετική παράσταση… </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(«Εσύ, Πάου, παραδέξου το, το παράκανες, μερικά τέτοια δείπνα ακόμα και θα το κλείσουμε το μαγαζί. Τι σας έδιναν να φάτε; Αρχίδια πιθήκου με μπεσαμέλ;»)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Όλοι γελάνε με το αστείο του πατέρα, ο Καρβάλιο παίρνει την επιταγή και αποχωρεί, αφού πρώτα τσιμπήσει το μάγουλο του Πάμπλο ψιθυρίζοντάς του</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(«Όλοι οι μπαγαπόντηδες είναι τυχεροί.») </em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Η μαεστρία του Μονταλμπάν στην περιγραφή της οικογένειας και το χαρακτηριστικό του χιούμορ προσφέρουν μια απ’ τις απολαυστικότερες νότες του βιβλίου.</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Ο Πέπε Καρβάλιο νοιώθει ως ένας ‘’επικίνδυνος επιζών ‘’ και η Βαρκελώνη είναι το κέντρο του κόσμου του. Παρουσιάζεται τρυφερά ως μια νουάρ πόλη, είναι ένας ‘’χαρακτήρας’’ από μόνη της. Και ο Καρβάλιο ανησυχεί. Ανησυχεί για τις αλλαγές που αναμένονται λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων. Η Βαρκελώνη υφίσταται μια διαδικασία εξέλιξης, περιέργως όμως, η διαδικασία της αλλαγής δεν θεωρείται λύτρωση από το παρελθόν. Ίχνη νοσταλγίας για τη χαμένη φύση και μια διάχυτη απογοήτευση για την αστική πρόοδο εναλλάσονται συνεχώς με παιδικές τρυφερές αναμνήσεις. Πόσο πολύ αγαπάει αυτή την πόλη! Κι’ όλα αυτά μαζί δοσμένα μ’ έναν κυνισμό που κάποιες φορές σπάει κόκκαλα…</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(Η καρδιά του Καρβάλιο ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη και ένιωσε αλληλέγγυος με τους θαμώνες της πλατείας. Κάθε μέτρο πεζοδρομίου ή πλατείας που ανακτιόταν καταλαμβανόταν αμέσως από παιδιά, γέρους και σκυλιά, τα τρία καλύτερα είδη κατοικίδιων ζώων που υπάρχουν, γιατί ο Καρβάλιο ανέκαθεν θεωρούσε τις γάτες περαστικούς και ακοινώνητους καλεσμένους και τα καναρίνια αιχμαλώτους του επικίνδυνου οίκτου των ανθρώπων.)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Όμως η υπόθεση της Μπανγκόκ ακόμα αργεί. Καλεί τον γείτονα του Φουστέρ για δείπνο. Σπαγγέτι αλά Αναλίσα, σαλτιμπόγκα αλά ρομάνα, Κιάντι του ΄76 και ‘’βιβλία απ΄την βιβλιοθήκη του στο τζάκι’’ είναι το μενού της βραδιάς. Με τελετουργικές κινήσεις ρίχνει στη πυρά οτιδήποτε κάποτε του χάριζε ελπίδες ή του δημιουργούσε όραμα για το μέλλον. Στο λουκούλειο γεύμα γεμάτο πολιτικές νύξεις και άφθονο κυνικό χιούμορ φτάνει αργοπορημένη και θλιμένη η Τσάρο. Έχει πάντα μπροστά της έναν άνθρωπο που αποφάσισε να ‘’παγώσει’’ τα συναισθήματα του. Για τους δικούς του λόγους. Εκείνη είναι πόρνη και του έχει χαρίσει τη καρδιά της, για τους δικούς της λόγους…</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(Η Τσάρο δεν άντεξε άλλο και πήγε κοντά του, κάθισε δίπλα του, γύρεψε ένα αγκάλιασμα, ήθελε να χωθεί στην αγκαλιά του θαρρείς και ήταν σπηλιά κι έξω συνέχιζε να βρέχει. «Μου δίνεις την αγωνία σου κι εγώ την παίρνω. Είμαι η τράπεζα της αγωνίας σου, του φόβου σου». Της χάιδεψε τα μαλλιά και την άφησε να κλάψει.)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Άραγε προς τι οι τόσες λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής του Καρβάλιο; Ο Μονταλμπάν τα θέλει όλα στο ΦΩΣ. Περιγράφει έναν άνθρωπο οξυδερκή, ανθρώπινο, ασεβή αλλά έντονα πραγματιστή. Δεν κρύβει τίποτα απ’ τις αντιφάσεις του χαρακτήρα του και δεν θα διστάσει να αποκαλύψει τις σκοτεινές του πλευρές και ουσιαστικά, σε κάποια στιγμή, να τον εξευτελίσει. Όλα αυτά εξηγούν την εμμονή του Πέπε για την Θέλια Ματάις και την προσπάθεια του να αναλάβει την υπόθεση εξιχνίασης της δολοφονίας της. Μπροστά στην άρνηση του άντρα της και του Πεπόν Δαλμάσες πλησιάζει την Ρόσα Δονάτο, η οποία τον ειρωνεύεται και του συμπεριφέρεται με τον χειρότερο τρόπο. Κι’ εκείνος</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><span style="font-size:medium;"> … </span></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(Ένιωθε την ανάγκη να βρει τον εαυτό του, μέσα στο γραφείο του, να ξαναβρεί το περιβάλλον του και την επαγγελματική του συνείδηση ύστερα από μια μέρα απανωτών απορρίψεων που είχε επιδιώξει ο ίδιος. Η αγανάκτηση για το φέρσιμό του χρειαζόταν την παρουσία ενός καθρέφτη, ώστε να μπορέσει να τον σπάσει με μια γροθιά και μαζί μ’ αυτόν το είδωλο του</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">.)</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Κι’ ενώ αποσύρεται στην Βαλβιδρέρα και ‘’γλύφει τις πληγές του’’ δέχεται τηλεφώνημα απ’ την Μάρτα Μιγέλ, την μάρτυρα που είδε τελευταία φορά ζωντανή την Θέλια και κλείνει με βαριά καρδιά ραντεβού μαζί της την επομένη. </span></p>
<p><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/manuel-va_html_m961a4a3.png"><img class="aligncenter" title="Manuel Va_html_m961a4a3" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/manuel-va_html_m961a4a3.png?w=247&#038;h=400" alt="" width="247" height="400" /></a>Μετά από όλα αυτά, κι’ αφού ο αναγνώστης έχει φτάσει πλέον στην ενενηκοστή σελίδα αρχίζει ουσιαστικά η υπόθεση αναζήτησης της Τερέσα Μαρσέ. Η οικογένεια της δεν είναι σίγουρα συμβατική. Ο έφηβος γιός της Ερνέστ έχει αφήσει έγκυο μια συνομήλικη του και ζουν μαζί σ’ ένα κοινόβιο. Ο σύζυγος, όψιμος χίππυ, δουλεύει περιστασιακά στην Ιμπίθα. Οι γονείς Μαρσέ, πλούσιοι, αλλά χωρίς επαφή με τα παιδιά τους. Ο πατέρας Μαρσέ, πρώην οπαδός του Φράνκο, αυταρχικός και έξαλλος με την κακομαθημένη κόρη του, αρνείται να κινητοποιηθεί και να ενημερώσει το Υπουργείο Εξωτερικών για την εξαφάνιση. Ο Καρβάλιο φεύγει με την διεύθυνση του μικρού στη χούφτα του, δοσμένη κρυφά απ’ την μητέρα της Τερέσα. Θέλει πολύ να βοηθήσει, όμως μόνο κάποιος απ’ την οικογένεια μπορεί να κινητοποιήσει τις αρχές και να πληρώσει τα έξοδα του. Στο πρακτορείο, μαζί με τον Ερνέστο, πληροφορείται πως η Τερέσα αποκόπηκε μόνη της απ’ το γκρουπ και συνήψε σχέση μ’ έναν νεαρό Ταϊλανδέζο πόρνο</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(«Η υπόθεση βρωμάει. Η ισπανική πρεσβεία επενέβη, αλλά ο αρχηγός της αστυνομίας της Ταϊλάνδης αυτοπροσώπως τους είπε πως η υπόθεση δεν είναι υπό τον έλεγχό της και ότι αυτό το ζευγάρι ανακατεύτηκε εκεί που δεν του έπεφτε λόγος.. Η Μπανγκόκ… είναι μια τρομερή πόλη, στην οποία όποιος δεν εμπορεύεται ναρκωτικά απ’ το βορρά εμπορεύεται ρουμπίνια απ’ τη Βιρμανία ή γυναίκες και ο καθένας ελέγχει μια εδαφική περιοχή Ο ξεναγός μου είπε : Η υπόθεση βρωμάει.») </em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Στον ξενώνα σκύλων ‘’Πλούτο’’ συναντά τον ξεπεσμένο Πλάνους Ριουτόρτ, ο οποίος είναι ανίκανος να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια. Ξαναγυρίζει πίσω στον γέρο-Μαρσέ με τον Ερνέστο και τελικά μέσα από γκροτέσκ σκηνές πηγαίνουν όλοι μαζί στο πρακτορείο. Εκεί μαθαίνουν πως η Τερέσα με τον νεαρό φίλο της παρευρέθηκαν τελευταία φορά μαζί στο Τσιάνγκ-Μάι. Έκτοτε εξαφανίστηκαν</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(«Έδειχναν ερωτευμένοι.»)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Η ιλαροτραγωδία συνεχίζεται και ο γέρο-Μαρσέ αρνείται πεισματικά να πληρώσει τα έξοδα για την αποστολή του Καρβάλιο στην Μπανγκόνκ. </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Απηυδισμένος απ’ τα γεγονότα και χωρίς να έχει αναλάβει καμία υπόθεση έως τώρα συναντά την Μάρτα Μιγέλ. Εκείνη τον προσκαλεί στο σπίτι της για ένα άκρως ιβηρικό γεύμα. Τον περιποιείται με τον καλύτερο τρόπο κι’ ενώ ετοιμάζεται για κάποιες εκμυστηρεύσεις εκείνος αρχίζει να φοβάται, να φοβάται πολύ…</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(Τα μάτια του Καρβάλιο έβλεπαν τη Μάρτα Μιγέλ να ζυγώνει σαν σκοτεινό βουνό, πονεμένη, πρόστυχη μέσα στον πόνο και στην αγωνία της, και φοβόταν το στόμα της γυναίκας, φοβόταν όλα αυτά που ήθελαν να του πουν λίγο λίγο εκείνα τα χείλη, φοβόταν το βάρος της εξομολόγησης που η γυναίκα ήθελα να ξεράσει πάνω του, και τότε το χέρι του Καρβάλιο πήγε να τη συναντήσει, χώθηκε κάτω από τη φούστα της και ανέβηκε ανάμεσα απ’ τους θραψερούς μηρούς της γραπώνοντας μες στη σφιγμένη του γροθιά το μαλλιαρό και ζεστό της φύλο. Η Μάρτα Μιγέλ τινάχτηκε προς τα πίσω, συνοφρυώθηκε σαστισμένη και αηδιασμένη για να συμπληρώσει την επιθετική παρόρμηση που ανέβηκε στα χείλη της φτύνοντας του κατάμουτρα τη λέξη : «Σιχαμένε!»</em></span><span style="font-family:Arial Narrow,sans-serif;"><span style="font-size:medium;"><em>)</em></span></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Έξοχη γραφή και περιγραφή του ψυχισμού των ηρώων του. Η Μάρτα θέλει να ομολογήσει τη πράξη της αλλά ο Καρβάλιο νοιώθει απλά να μην τον αφορά…</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Η κυρία Μαρσέ παίρνει την πρωτοβουλία και του αναθέτει την υπόθεση εντόπισης της κόρης της. Η οικονομική της προσφορά είναι πενιχρή, αλλά του υπόσχεται πως θα τον πληρώσει όσα της ζητήσει…</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(Ο Καρβάλιο πέταξε τα χρήματα στον απέναντι τοίχο πάνω από το κεφάλι του Μπισκουτέρ και πήγε στην τουαλέτα για να κατουρήσει όλο τον κόσμο και τον εαυτόν του μαζί.)</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Σε λίγες ημέρες διεξάγονται εκλογές στην Ισπανία. Θα ψηφίσει αναγκαστικά μέσω ταχυδρομείου.</span></p>
<p style="text-align:justify;">…<span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(Σύννεφα, πάνω απ’ την Μπανγκόκ, ξαφνικά μια πόλη κατάλληλη για το πέταγμα των πουλιών, απλωμένη γύρω από τον Τσάο Πράγια. Μια εικόνα πέρασε από το νου του Καρβάλιο σαν φλας ξεθαμμένο από το σεντούκι των αναμνήσεων. Μια Ταϊλανδέζα μ’ ένα τσιγάρο στον κόλπο, να καπνίζει με τον κόλπο, γυμνή, περιστοιχισμένη από αδειούχους αμερικανούς στρατιώτες με πολιτικά και από ζευγάρια απ’ όλο τον κόσμο που διαπίστωναν, για άλλη μια φορά, ότι οι Ασιάτες τα κάνουν όλα ανάποδα.)</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"> Ο Χαθίντο, ο νεαρός ξεναγός του γκρουπ άρχισε να ενημερώνει τους τουρίστες</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(Βρίσκονταν σε μια δημοκρατία υπό κηδεμονία, σε μια δημοκρατική δικτατορία, σε μια στρατοκρατούμενη συνταγματική μοναρχία…)</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">. Οι πληροφορίες που παίρνει απ’ τη πρεσβεία της Ισπανίας στήνουν μια στιβαρή και αληθοφανή ιστορία, η οποία έχει ως εξής: Το ζευγάρι Τερέσα-΄Αρτσιτ καταδιώκεται από ομάδα μισθοφόρων που δεν σκοπεύουν να τους αφήσουν να βγούν απ’ τη χώρα. Ο ‘Αρτσιτ ήταν μπλεγμένος σε λαθρεμπόριο διαμαντιών. Το απεκάλυψε στην Τερέσα κι’ εκείνη τον έπεισε να υπεξαιρέσει ένα μέρος τους εμπορεύματος και να φύγουν μαζί για την Ευρώπη!!! Ήταν όμως μπλεγμένος στην μυστική εταιρεία που ελέγχει το εμπόριο ρουμπινιών την ‘’Μάι πεν ράι’’. Εκείνοι τον εντόπισαν στο ξενοδοχείο τους, όπου την επομένη η αστυνομία βρήκε ένα πτώμα στο δωμάτιο τους. Το γιο του θρυλικού ‘’Τζανγκλ κιντ’’, κινέζου κομμουνιστή, μέλους του Κουόμιτανγκ και θεσμού σήμερα στον υπόκοσμο και το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Σημαντικό πρόσωπο στην ιστορία παίζει και ο Τσαρόεν, φίδι κολοβό, υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών. Και μια προειδοποίηση για το τέλος «Να κάνετε τα αδύνατα δυνατά για να μην σας βάλουν στη φυλακή. Η φυλακή εδώ είναι σκέτη φρίκη.»</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Απτόητος πηγαίνει στο ξενοδοχείο Μαλαισία, όπου εμφανίζεται μπροστά του ο Τσαρόεν</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(«Είστε ο νεοαφιχθείς Ισπανός;»</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>Γύρισε και αντίκρυσε μπροστά του ένα Ταϊλανδό με βαμβακερό, κιτρινιάρικο κουστούμι, κακοδεμένη γραβάτα, νεανικό πρόσωπο- που προδινόταν από έντονες ρυτίδες γύρω από τα μάτια και από τα γκριζαρισμένα μαλλιά στον αριστερό του κρόταφο- και με μισάνοιχτα μαβιά χείλη που σχημάτιζαν κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο.)</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Μαθαίνει πως ο Άρτσιτ επέστρεψε τα διαμάντια, όμως πρέπει να πληρώσει για τον χαμό του γιού του ‘’Τζάνγκλ Κιντ’’. Με το ίδιο νόμισμα. Ο Τσαρόεν του δίνει χαρτιά με ονόματα τόπων και προσώπων. Ίσως αυτός να μπορέσει να μάθει κάτι παραπάνω. Κι’ ενώ αυτά συμβαίνουν στην Μπανγκόκ, η Μάρτα Μιγέλ περιφέρεται σαν φάντασμα και ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τον Καρβάλιο. Συναντά μόνον τον Μπισκουτέρ, τον Βρωμιούχο και την Τσάρο… </span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Επισκέπτεται με τον Τσαρόεν, το άγρυπνο μάτι από πάνω του, τους γονείς του Άρτσιτ. Η μητέρα τον εμπιστεύεται και τον στέλνει στο Ταμ Κραμπόκ να συναντήσει έναν ‘’άγιο άνθρωπο’’. Μετά από περιπέτειες, ξεφεύγει απ’ τον Τσαρόεν και συναντά τον μοναχό Τσιν Ραμσούν, αφού πρώτα εκπλήσσεται απ’ το πρωτότυπο μουσικό αρχείο του ηγούμενου!</span></p>
<p style="text-align:justify;">… <span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>(«Εμείς πιστεύουμε πως η επιθυμία, το μίσος και ο τρόμος πυροδοτούν τον</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>κόσμο. Έτσι γινόταν πάντα και το ίδιο θα γίνεται εσαεί. Ο Άρτσιτ είναι θύμα της επιθυμίας, του μίσους και του τρόμου και θα πεθάνει ως θύμα. Λυπάμαι γι’ αυτό, γιατί τον αγαπώ, γιατί αγαπώ τη μητέρα του. Μην ξεχάσετε, όμως, τα λόγια μου»),</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">τονίζει στον Καρβάλιο ο μοναχός.</span></p>
<p><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><a href="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/13908.jpg"><img class="aligncenter" title="13908" src="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/13908.jpg?w=209&#038;h=313" alt="" width="209" height="313" /></a>Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά οι σοσιαλιστές κερδίζουν την εξουσία με τον Φελίπε Γκονζάλες και οι κομμουνιστές εκλέγουν μόνο πέντε βουλευτές. Καταπίνει τη πίκρα του και συναντά στις όχθες του Τσάο Πράγια τον Κάο Τσονγκ, υπεύθυνο του γραφείου ενοικίαση μικρών σκαφών για τον διάπλου των καναλιών. Θα του προμηθεύσει ιταλικό διαβατήριο. Φτάνοντας επιτέλους στο ‘’Νάρα Λοτζ’’ μαθαίνει πως η μοναδική πελάτισσα του ξενοδοχείου, μια Ιταλίδα, έφυγε την προηγούμενη ημέρα. Έρχεται στα χέρια του το τηλεγράφημα, που έλαβε η Τερέσα, πριν να φύγει. Προσπαθεί να μαντέψει την κατεύθυνση της. Σίγουρα θα προσεγγίζει τα σύνορα της Μαλαισίας, ο μόνος ασφαλής δρόμος για να εγκαταλείψει την Ταϊλάνδη. Μετά από περιπέτειες μέσα στη ζούγκλα, περνάει τα σύνορα. . Στο αεροδρόμιο της Πενάνγκ, στη Μαλαισία, κάτι τον σπρώχει να τηλεφωνήσει στον Μπισκουτέρ και αμέσως μετά πνίγει την επιθυμία του να τσακίσει το τηλέφωνο στον απέναντι τοίχο. Παίρνει οργισμένος το πρώτο αεροπλάνο για την Μπανγκόκ για να πετάξει αργά το βράδυ για την Ισπανία. Στην τελευταία του συνάντηση με τον Τσαρόεν στο αεροδρόμιο τον ρωτάει πάλι για τα πουλιά</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(«Μπορεί να σας φανεί ανόητη ερώτηση, δεν θέλω, όμως, να φύγω από την Μπανγκόκ χωρίς να πάρω μια απάντηση. Πρόκειται για το όνομα αυτών των πουλιών…» Ο Τσαρόεν έκλεισε τα μάτια του, ψάχνοντας ίσως μια απάντηση μέσα στη μνήμη του ή προσπαθώντας να μαντέψει την πιθανή κρυφή πρόθεση ή το δούλεμα που κρυβόταν πίσω από την ερώτηση του ξένου. «</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>Swallow</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>», απάντησε. «Χελιδόνια» μετέφρασε νοερά ο Καρβάλιο στη γλώσσα του, ενώ συνάμα στα χείλη του ζωγραφιζόταν ένα χαμόγελο περιπαιχτικό για τον ίδιο του τον εαυτό. «Χελιδόνια. Απλώς χελιδόνια».)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Στη Βαρκελώνη διαβάζει το σημείωμα της Τερέσα. Αποφασίζει να πάει στη Μαρ Μενόρ για να την συναντήσει όμως ο Επιθεωρητής Κοντρέρας τον συλλαμβάνει και τον κατηγορεί για απόκρυψη στοιχείων σχετικά με την υπόθεση της Μάρτα Μιγέλ και του δίνει το σημείωμα που εκείνη άφησε, πριν να φύγει, αγκαλιά με την μητέρα της, απ’ τον ανυπόφορο κόσμο που ζούσε</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>…(«Κύριε Καρβάλιο, παρακάλεσα το Θεό, μα δεν με άκουσε. Εσείς το είχατε μαντέψει και δεν με βοηθήσατε να ξαλαφρώσω. Τώρα, έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος».)</em></span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Τελικά ο Κοντρέρας τον αφήνει ελεύθερο και ο Καρβάλιο φτάνει εξουθενωμένος στην Μαρ Μενόρ. . Αυτή η ιστορία έστειλε πολλούς ανθρώπους στον τάφο αλλά οι ήρωες της έχουν μείνει αλώβητοι. Ο ‘’Τζανγκλ Κιντ’’ είναι στο κατόπι τους. Πως τους ανεκάλυψε; Εδώ υπάρχει σαφώς ένα κενό. Η προφητεία όμως του μοναχού επαληθεύεται. Ο διώκτης τους σημαδεύει ενώ </span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">o</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"> Ταϊλανδός σηκώνεται για να προστατεύσει την αγαπημένη του. Ίσως να μην πίστευε και ο ίδιος πως ήταν ακόμη ζωντανοί. Ο Καρβάλιο φωνάζει στην Τερέσα. Μάταια. Ο Άρτσιτ πέφτει κάτω κτυπημένος από καραμπίνα</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>….</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><em>( Τα χείλη του Άρτσιτ προσπάθησαν κάτι να πουν προτού παραδοθούν στην ακαμψία του θανάτου. Ο Καρβάλιο ήταν πεπεισμένος πως είχαν προσπαθήσει να επαναλάβουν τ’ όνομα των πουλιών, αναγνωρίζοντας τα πουλιά και, μαζί μ’ αυτά, την απέραντη πατρίδα των ουρανών.)</em></span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν στήνει με έντονα καταλανικά χρώματα και τις πέντε αισθήσεις στο κόκκινο, αριστοτεχνικά το σκηνικό του. Με μια γραφή που την διακρίνει η μουσικότητα και ο εσωτερικός ρυθμός, ο οποίος σε κάποια σημεία γίνεται ξέφρενος, προσφέρει σε συνδυασμό με την οξυδερκή κοινωνικοπολιτική κριτική και το κυνικό του χιούμορ έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης. Ιδιότυπος ψυχογράφος ίσως δεν ενδείκνυται για τον αναγνώστη που παθιάζεται με μια ιστορία τύπου (</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">whodoneit</span><span style="font-family:Arial,sans-serif;">). Σε αντίθεση με την οικονομία λόγου του Σιμενόν, λόγω της πληθωρικότητας που τον διακρίνει, σε κάποια σημεία φλυαρεί και αυτό ίσως είναι ένα μειονέκτημα για το βιβλίο.</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Υπάρχει επίσης μια εκλεκτική συγγένεια με τον Πάκο Ιγκνάθιο Τάιμπο ΙΙ. Ο ‘’μαγικός ρεαλισμός’’ του Τάιμπο ή ο ‘’κυνικός πραγματισμός’’ του Μονταλμπάν με εργαλείο την ισπανική γλώσσα στις καλύτερές της στιγμές.</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Υ.Γ.</span></p>
<p style="text-align:justify;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;">Πολύ καλή η μετάφραση της Χρ. Θεοδωροπούλου.</span></p>
<p style="text-align:right;"><span style="font-family:Arial,sans-serif;"><strong>Αναστασία Μπαξεβάνη</strong><br />
</span></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1893/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1893&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/06/montalban/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/iz001283.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">IZ001283</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/montalban.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">montalban</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/manuel-va_html_421d60591.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">Manuel Va_html_421d6059</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/los-pajaros.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">Los Pájaros</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/vazquez_montalban.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">vazquez_montalban</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/manuel-va_html_m961a4a3.png" medium="image">
			<media:title type="html">Manuel Va_html_m961a4a3</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://eglima.files.wordpress.com/2010/09/13908.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">13908</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Το συνδικάτο, του Gus Russo</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/03/russ/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/03/russ/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 03 Dec 2011 13:38:24 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1890</guid>
		<description><![CDATA[Από τις εκδόσεις ΗΛΕΚΤΡΑ Μια σύγχρονη, ογκώδης μελέτη γεμάτη μαρτυρίες, εξιστορήσεις και διασταυρωμένες πληροφορίες από εκατοντάδες κρατικά και ιδιωτικά αρχεία. Αυτή είναι η ιστορία της «Οργάνωσης» ή του «Συνδικάτου», δηλαδή της αμερικάνικης μαφίας. Το βιβλίο είναι καρπός δουλειάς -ετών σίγουρα- του ερευνητή &#8211; δημοσιογράφου Γκας Ρούσο. Ο συγγραφέας φανερώνει από τις πρώτες σελίδες την πρόθεσή [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1890&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:center;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/b96467.jpg"><img class="aligncenter  wp-image-1891" title="b96467" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/b96467.jpg?w=300&#038;h=465" alt="" width="300" height="465" /></a>Από τις εκδόσεις ΗΛΕΚΤΡΑ</p>
<p style="text-align:justify;">Μια σύγχρονη, ογκώδης μελέτη γεμάτη μαρτυρίες, εξιστορήσεις και διασταυρωμένες πληροφορίες από εκατοντάδες κρατικά και ιδιωτικά αρχεία. Αυτή είναι η ιστορία της «Οργάνωσης» ή του «Συνδικάτου», δηλαδή της αμερικάνικης μαφίας. Το βιβλίο είναι καρπός δουλειάς -ετών σίγουρα- του ερευνητή &#8211; δημοσιογράφου Γκας Ρούσο.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο συγγραφέας φανερώνει από τις πρώτες σελίδες την πρόθεσή του να ασχοληθεί με τη μαφία του Σικάγου και δεν θίγει ούτε προς το τέλος την οργάνωση της Νέας Υόρκης, ειδικά των τελευταίων χρόνων που είχε αναλάβει τα ηνία του οργανωμένου εγκλήματος στην αμερικάνικη ήπειρο κρατώντας στενή σχέση με την ιταλική μαφία.</p>
<p style="text-align:justify;">Η αλήθεια είναι πως το Σικάγο κι ένας από τους πιο γνωστούς μαφιόζους του, ο Αλφόνσο ή Αλ Καπόνε έχουν συνδυαστεί άρρηκτα –τουλάχιστον στη χώρα μας- με τη λέξη μαφία στην Αμερική. Ο Ρούσο γυρίζει εκεί, στα τέλη του 19<sup>ου</sup> αιώνα προσπαθώντας να βρει την αιτία ανάπτυξης των πρώτων συμμοριών που σιγά σιγά οδήγησαν στις μεγαλύτερες και πώς από το κοινό έγκλημα έφτασαν ακριβώς στο οργανωμένο. Πώς από τους μαχαιροβγάλτες μπράβους που τρομοκρατούσαν μια μικρή γειτονιά καταλήξαμε στους ασπρομάλληδες φαινομενικά ακίνδυνους γεράκους που έφτασαν στο σημείο να κανονίζουν ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο σεβασμός προς τα σημαντικά πρόσωπα, η <em>ομερτά</em> και κατά συνέπεια η μαφία ήρθε από την Ιταλία. Ο Ρούσο, ιταλικής καταγωγής σίγουρα, αν και δε δηλώνεται πουθενά στο βιβλίο, προσπαθεί να υπεραμυνθεί αυτής της άποψης παρουσιάζοντας στατιστικές της εποχής που φανερώνουν πολύ μικρή συμμετοχή Ιταλών σε εγκλήματα όπως και μεγάλο ρατσισμό των ντόπιων εναντίων των ιταλών μεταναστών που κατέφθαναν συνεχώς στις αρχές του 20<sup>ου</sup> αιώνα. Δυστυχώς οι ρίζες της μαφίας στη γείτονα μας χώρα υπήρχαν πολύ παλιότερα από το Σικάγο και συνεχίζουν να υπάρχουν παντοδύναμες.</p>
<p style="text-align:justify;">Για τον Ρούσο οι βάσεις για την ίδρυση του οργανωμένου εγκλήματος ξεκινούν απ’ το βλακώδη νόμο της ποτοαπαγόρευσης που τέθηκε σε ισχύ το 1920. Πράγματι σχεδόν αμέσως η παραγωγή παράνομου αλκοόλ ανθίζει φέρνοντας αστρονομικά κέρδη σε εκατοντάδες λαθρέμπορους που εκμεταλλεύονταν την αδυναμία του κράτους να επιβάλει την τάξη: λίγοι πράκτορες να εφαρμόσουν το νόμο αμειβόμενοι χειρότερα κι από τους σκουπιδιάρηδες κι έτσι πολύ επιρρεπείς στη διαφθορά όπως και μικρά πρόστιμα στους παραβάτες.</p>
<p style="text-align:justify;">Ταυτόχρονα η πόλη του Σικάγου μεγαλώνει και σιγά σιγά γίνεται άντρο παρανόμων. Εδώ γεννιέται η λέξη υπόκοσμος από μια περίεργη κατασκευαστική ιδιαιτερότητα: η πόλη αρχικά χτισμένη πάνω στη λάσπη ξαναχτίστηκε πιο ψηλά αφήνοντας από κάτω ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγεια που δρούσε ένας ολόκληρος κόσμος: φτωχοί, περιθωριακοί και φυσικά εγκληματίες. Οι αστυνομικοί είναι πολύ λίγοι να επιβάλλουν την τάξη. Η πόλη είναι γεμάτη σαλούν, πορνεία και παράνομα αποστακτήρια, υπάρχει μια πραγματική «επιδημία» βομβών (οχτακόσιες εκρήξεις βομβών ανάμεσα στα έτη 1900-30) ενώ οι αλληλοσκοτωμοί -ακόμα και μεταξύ συγγενών- αντιπάλων ιταλών γκάνγκστερ δίνουν και παίρνουν. Είναι τα χρόνια της σιωπής, της <em>ομερτά</em>, είναι τα χρόνια που το άστρο του μεγάλου Αλ Καπόνε ανατέλλει.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Αλ που κερδίζει εκατομμύρια, που θέλει να φαίνεται, που ντύνεται με πανάκριβα ρούχα, που κάνει ακριβά δώρα κι όταν εργάζεται διατάζει την εξόντωση κάποιας αντίπαλης συμμορίας (που δεν συμμορφώθηκε στις διαταγές του και πείραξε κάποιο δικό του εμπόρευμα) αν δεν πιάσει ο ίδιος ένα ρόπαλο να ανοίξει το κεφάλι κάποιου δικού του που τον πρόδωσε. Ο Ρούσο δειλά δειλά σε μια υποσημείωση μας φανερώνει και μια μικρή, λιγότερο γνωστή πλευρά του Καπόνε: ότι δεν ήταν ρατσιστής κι ότι έφερε την τζαζ στο Σικάγο από τη Νέα Ορλεάνη φέρνοντας όλους τους μεγάλους μαύρους μουσικούς της εποχής να παίξουν στα κλαμπ του. Εκείνο που ο Ρούσο ξεχνά να πει είναι πως στα κλαμπ αυτά οι μαύροι φυσικά απαγορευόταν να μπουν. Τώρα να ωραιοποιείται ως μη ρατσιστής ένας άνθρωπος που είχε σκοτώσει και κάθε τόσο διέταζε το θάνατο άλλων ακούγεται μάλλον λίγο αφελές.</p>
<p style="text-align:justify;">Όμως η βασιλεία του Καπόνε έμελλε να τελειώσει κάποτε. Η αστυνομία κατάφερε να τον συλλάβει για φοροδιαφυγή και να τον στείλει στη φυλακή. Αρχικά στην  Ατλάντα κι έπειτα -άρρωστος από σύφιλη- στο βράχο, στο Αλκατράζ ανάμεσα σε μικροκακοποιούς που δεν του έδειχναν τον παραμικρό σεβασμό.</p>
<p style="text-align:justify;">Οι <em>κάπο</em> του Σικάγου που θα κληρονομήσουν την αυτοκρατορία του είναι οι γιοι των ιταλών μεταναστών. Είναι πιο μυαλωμένοι: θέλουν να μείνουν σε απόσταση, όχι πια δημοσιότητα, δημιουργία δικτύου με τις άλλες μεγάλες πόλεις, ξέπλυμα χρημάτων. Η οργάνωση είχε γεννηθεί.</p>
<p style="text-align:justify;">Πρώτο μέλημα η ανεύρεση άλλων πεδίων εξοικονόμησης χρημάτων καθώς το παράνομο αλκοόλ είναι πια παρελθόν. Έτσι πλευρίζουν πολιτικούς και παράλληλα στρέφονται σε πολλούς τομείς: στη βιομηχανία του θεάματος στο Χόλιγουντ, στα πανίσχυρα συνδικάτα εργαζομένων, στις λοταρίες, στις ιπποδρομίες, στα στοιχήματα και στις εταιρείες επικοινωνίας αποκομίζοντας μερίδιο από παντού ξεπλένοντας ταυτόχρονα τα χρήματα παρουσιάζοντάς τα σαν κέρδη από τις νόμιμες επιχειρήσεις τους. Όμως οι μέθοδοι δεν αλλάζουν. Όποιος δεν πειθόταν με τα λόγια πειθόταν με τις σφαίρες.</p>
<p style="text-align:justify;">Το πόσο σταθερά πατούσε στα πόδια της η οργάνωση αποδεικνύεται από τις στενές σχέσεις της με τον Χάρι Τρούμαν όπως και με την οικογένεια Κένεντι. Όμως κι η άλλη πλευρά, η πλευρά του νόμου άρχισε να δείχνει επιτέλους σημάδια αντίδρασης. Αυτό έγινε όταν το FBI μπήκε στο παιχνίδι με τις παρακολουθήσεις προσώπων και τις υποκλοπές των τηλεφώνων ξεκινώντας ένα διαρκές κρυφτούλι με τους ανθρώπους του Συνδικάτου.</p>
<p style="text-align:justify;">Η σχέση της οργάνωσης με την οικογένεια Κένεντι έμελλε να είναι καθοριστική για την τύχη της. Όλα άρχισαν όταν ο μπαμπάς Κένεντι έπεισε το Συνδικάτο να χρησιμοποιήσει όλη του τη δύναμη ώστε ο γιος του, ο JFK, να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές. Η συμφωνία κλείστηκε με τους αρχηγούς της οργάνωσης να δουλεύουν σε εξαντλητικούς ρυθμούς υπέρ του Τζον Κένετι προσμένοντας άγνωστο ποια ακριβώς οφέλη, αλλά σίγουρα λιγότερες παρακολουθήσεις και περισσότερα στραβά μάτια στις παράνομες δραστηριότητες τους.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο JFK κέρδισε τις εκλογές, αλλά ο μπαμπάς Κένεντι πρόδωσε την οργάνωση. Απαίτησε από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο γιο του να κάνει υπουργό δικαιοσύνης τον άλλο του γιο, τον Μπόμπι Κένεντι τον μεγαλύτερο ίσως πολέμιο μέχρι τότε του οργανωμένου εγκλήματος. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Ο Μπόμπι Κένεντι αύξησε τους πράκτορες και τις παράνομες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις παραβαίνοντας κατάφορα τους νόμους περί ατομικών δικαιωμάτων. Η πιο λογική εξέλιξη στην ιστορία θα ήταν η δολοφονία του Τζων Κένεντι να αποδίδεται στην οργάνωση για εκδίκηση. Ο συγγραφέας όμως παρουσιάζει τους <em>κάπο</em> να αιφνιδιάζονται κι αυτοί από τη δολοφονία και το μυστήριο να παραμένει σκοτεινό καθώς η CIA και το υπουργείο εξωτερικών είναι βαθιά αναμεμιγμένοι στην υπόθεση.</p>
<p style="text-align:justify;">Η δράση του Συνδικάτου συνεχίζεται αν και οι αρχηγοί του είναι πια γέροι και κουρασμένοι. Ένας ένας τελειώνουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Οι πιο τυχεροί πεθαίνουν από γηρατειά, άλλοι στη φυλακή κι άλλοι από μια σφαίρα υπακούοντας στους άγραφους νόμους της <em>ομερτά</em>.</p>
<p style="text-align:justify;">Το βιβλίο πέραν της ιστορίας της οργάνωσης είναι γεμάτο από γαργαλιστικά επεισόδια -στα όρια του μύθου- για τους μαφιόζους, άλλοτε απολαυστικά κι άλλοτε τρομακτικά όπως και οι φωτογραφίες με τις οποίες συνοδεύεται. Λόγω των πολλών ιστορικών προσώπων ένα ευρετήριο ονομάτων θα ήταν πολύ χρήσιμo.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align:right;"><strong>Δημήτρης Μαμαλούκας</strong></p>
<p style="text-align:right;">Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα &#8220;ΑΥΓΗ&#8221;</p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1890/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1890&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/12/03/russ/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/12/b96467.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">b96467</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Miami Blues, του Charles Willeford</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/30/willeford/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/30/willeford/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 30 Nov 2011 19:23:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1880</guid>
		<description><![CDATA[ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ &#8211; 2011 Οδηγός στρατιωτικών φορτηγών και πυροσβεστικών οχημάτων, μάγειρος, αλλά και πεταλωτής αλόγων, παρασημοφορημένος οδηγός άρματος στη μάχη των Αρδεννών (12/1944-01/1945), αλλά και επαγγελματίας πυγμάχος, ραδιοφωνικός σχολιαστής, εκγυμναστής αλόγων, με σπουδές ζωγραφικής στη Γαλλία,   harles Willeford (1919-1988), θα αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι σε ηλικία 43 ετών και θα παραδίδει κολεγιακά μαθήματα [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1880&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:center;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/0000500_195.jpeg"><img class="aligncenter  wp-image-1881" title="0000500_195" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/0000500_195.jpeg?w=315&#038;h=440" alt="" width="315" height="440" /></a>ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ &#8211; 2011</p>
<p style="text-align:justify;">Οδηγός στρατιωτικών φορτηγών και πυροσβεστικών οχημάτων, μάγειρος, αλλά και πεταλωτής αλόγων, παρασημοφορημένος οδηγός άρματος στη μάχη των Αρδεννών (12/1944-01/1945), αλλά και επαγγελματίας πυγμάχος, ραδιοφωνικός σχολιαστής, εκγυμναστής αλόγων, με σπουδές ζωγραφικής στη Γαλλία,   harles Willeford (1919-1988), θα αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι σε ηλικία 43 ετών και θα παραδίδει κολεγιακά μαθήματα γλώσσας και φιλοσοφίας, μέχρι το 1985.</p>
<p style="text-align:justify;">Η “τετραλογία τού Χοκ Μόσλεϋ” <em>(“</em><em>Miami</em><em> </em><em>blues</em><em>”/1984 -αρχικός τίτλος που είχε προταθεί από τον </em><em>Willeford</em><em>: “</em><em>Kiss</em><em> </em><em>Your</em><em> </em><em>Ass</em><em> </em><em>Good</em><em>-</em><em>Bye</em><em>”-,</em> <em>“</em><em>New</em><em> </em><em>Hope</em><em> </em><em>for</em><em> </em><em>the</em><em> </em><em>Dead</em><em>”/1985, “</em><em>Sideswipe</em><em>”/1987 και “</em><em>The</em><em> </em><em>Way</em><em> </em><em>We</em><em> </em><em>Die</em><em> </em><em>Now</em><em>”/1988)</em> αντιπροσωπεύει μικρό μέρος τής συγγραφικής δουλειάς τού Willeford, εργογραφίας που περιλαμβάνει λογοτεχνία, ποίηση, απομνημονεύματα, αυτοβιογραφία και δοκίμια. Στην αστυνομική λογοτεχνία, ο Willeford θεωρείται εκπρόσωπος του Αμερικανικού neo-noir, ενός υπο-κλάδου τού κατά Hammett και Chandler Αμερικανικού hardboiled, όπου (ο Willeford) “<em>αφηγείται εκτενώς και με σατιρική διάθεση την ανδρική άποψη &#8230;ανατρέποντας τα αρσενικά στερεότυπα και δημιουργώντας τον χώρο στον οποίο η δυνατή, ανεξάρτητη γυναίκα μπορεί να έχει, και         -καμιά φορά- να διατηρεί, το επάνω χέρι</em>”. Για τους ήρωες του Willeford είπαν ότι “<em>παρότι οι πρωταγωνιστές του δεν είναι στο έπακρο ψυχωτικοί, κατά έναν τρόπο ενοχλούν περισσότερο, αφού μοιάζουν φυσιολογικοί” </em>και ότι “<em>έχουν επιτυχώς συντονιστεί με τη μεταπολεμική Αμερικανική κοινωνία, γεγονός το οποίο, δεδομένης της ψυχωτικής τους φύσης, λειτουργεί σαν καταδικαστική ετυμηγορία απέναντι στην κυρίαρχη κουλτούρα</em>”. Όπως επίσης και ότι “<em>ο </em><em>Willeford</em><em> εστίασε στον εγκληματία περισσότερο από ότι στον ντετέκτιβ, αλλά και στα στοιχεία τού (αστυνομικού) είδους που φαίνονται περισσότερο γκροτέσκα, ή αποτρόπαια, ή μυστηριώδη, οριοθετώντας νέα όρια, μεταλλάσσοντας το </em><em>hardboiled</em><em> σε ένα ψυχοπαθολογικό δράμα</em>”. Όσον αφορά τη μείξη χιούμορ και βίας, χαρακτηριστική στον Willeford, να σημειωθεί ότι υπήρξε πηγή έμπνευσης για τον Quentin Tarantino, που, αναφερόμενος στο “<em>Pulp</em><em> </em><em>fiction</em>”, είπε «<em>Δεν είναι </em><em>noir</em><em>. Δεν κάνω </em><em>neo</em><em>-</em><em>noir</em><em>. Βλέπω το “</em><em>Pulp</em><em> </em><em>fiction</em><em>” πιο κοντά στο σύγχρονο </em><em>crime</em><em> </em><em>fiction</em><em>, πιο κοντά στον </em><em>Charles</em><em> </em><em>Willeford</em>» (μην με ρωτήσετε πώς παντρεύεται αυτή η δήλωση με την άποψη των “ακαδημαϊκών” που αναγορεύουν τον Willeford σε εκπρόσωπο του neo-noir…). Κατά τη σύζυγό του, ο Willeford πίστευε σε κάτι που «θα μπορούσε να χρησιμεύσει και στους επίδοξους συγγραφείς»: “<em>Απλά, να λέτε την αλήθεια, και θα σας κατηγορήσουν ότι κάνετε μαύρο χιούμορ</em>”.</p>
<p style="text-align:justify;">Το  “<em>Miami</em><em> </em><em>blues</em>”, πρώτο βιβλίο τής “τετραλογίας τού Χοκ Μόσλεϋ”, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά που ανέδειξαν τον Willeford, σε σχολή:</p>
<ul style="text-align:justify;">
<li>Την άκρατη βία, την παράλληλη με το “ανεπεξέργαστο” χιούμορ (δεν έχετε παρά να δείτε πώς “κλείνει” το βιβλίο).</li>
<li>Τους ωμούς διαλόγους (“εξαιρετικό” δείγμα, αυτό τής σελίδας 37).</li>
<li>Τον -ψυχοπαθολογικά- ενδιαφέροντα πρωταγωνιστή  (ο Willeford σπεύδει, ήδη από την πρώτη παράγραφο, της πρώτης σελίδας, να χαρακτηρίσει τον εξάρχοντα Φρέντρικ Τζ. Φρέγκερ Τζούνιορ, “<em>έναν τύπο εντελώς ψυχοπαθή</em>”).</li>
<li>Την ενεργό παρουσία τής γυναίκας (η κυρία Φρανκ Μάνσφιλντ, πρώην δεσποινίς Σούζαν Ουάγκενερ, από το Οκιτσόμπι, θα είναι, τελικά, η μόνη κερδισμένη στην ιστορία).</li>
<li>Μία τοπιογραφία στο όριο του “άδειου”: “&#8230;<em>Τα λευκά ανισοϋψή κτίρια θύμιζαν δόντια, και απ’ αυτή την απόσταση το χαμόγελο ήταν κατάλευκο. Η γραμμή του ορίζοντα, χάρη στο ηλιοβασίλεμα, είχε το χρώμα των ούλων, και στα βορειοδυτικά, πάνω από τα Εβεργκλέιντς, είχε μαζευτεί ένας σωρός από μαύρα σύννεφα που θύμιζαν μάρκες τού πόκερ</em>” <em>(σελ. 143-144)</em>.</li>
</ul>
<p style="text-align:justify;">Ο μύθος, στιβαρά ενδιαφέρων: Ο Φρέντρικ (Φρέντι) Τζ. Φρέγκερ, “Τζούνιορ”, για τους “κολλητούς” <strong>-</strong>ένας τύπος απεικόνιση της σχιζοφρένειας με κλεπτομανείς προεκτάσεις, που στα 28 του έχει εκτίσει περίπου τα μισά του χρόνια σε αναμορφωτήρια και φυλακές και με θητεία στο Σαν Κουέντιν, όπου “<em>&#8230; περίπου τα δύο τρίτα των κρατουμένων ήταν χαρακτηρισμένοι ως ψυχοπαθητικές προσωπικότητες</em>&#8230;” <em>(σελ. 31)</em><strong>-</strong> θα προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Μαϊάμι, “καθαρός” και έτοιμος για νέες εμπειρίες.  “Καθαρός”, όχι χωρίς κόστος. Ο Φρέντι είχε αρνηθεί την αναστολή, μετά την έκτιση της μισής ποινής του, επειδή “&#8230; <em>ήξερε ότι θα διέπραττε κι άλλο έγκλημα αμέσως μόλις θ’ αποφυλακιζόταν και, αν ήταν ελεύθερος με αναστολή όταν θα τον έπιαναν, θα επέστρεφε στη φυλακή έχοντάς την παραβιάσει. Η παραβίαση της αναστολής θα σήμαινε άλλα οκτώ ή και δέκα χρόνια&#8230;</em>” <em>(σελ. 27)</em>.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Φρέντι θα εγκαταλείψει το αεροδρόμιο με μία κλεμμένη βαλίτσα. Και αφήνοντας πίσω του το σπασμένο δάκτυλο ενός «Χάρε Κρίσνα» που είχε την ατυχή έμπνευση να καρφιτσώσει ένα γλειφιτζούρι στο άψογο δερμάτινο σακάκι του Φρέντι<strong>·</strong>  αγορασμένο με την κλεμμένη κάρτα κάποιου ατυχούς, στο Σαν Φρανσίσκο. Το ακόμα ατυχέστερο ήταν ότι ο «Χάρε Κρίσνα» θα αποδημήσει, σαν αποτέλεσμα του σοκ-πόνου.</p>
<p style="text-align:justify;">Για να εμφανιστεί στην εικόνα ο Χοκ Μόσλεϋ, υπαστυνόμος τού τμήματος Ανθρωποκτονιών, στην Αστυνομία τής πόλης τού Μαϊάμι. Ο Μόσλεϋ είναι στους αντίποδες του Φίλιπ Μάρλoου, του σχετικά καθώς πρέπει -εμφανισιακά- τουλάχιστον, ήρωα του αγγλοθρεμμένου Raymond Chandler. Αναγκασμένος να ζει με τον μισό του μισθό -ο άλλος μισός να αντιπροσωπεύει το μηνιαίο κόστος τού διαζυγίου του- ο Μόσλεϋ θα ζει σαν γουρούνι. Τουλάχιστον αυτή ήταν η εντύπωση του Φρέντι, όταν “επισκέφτηκε” τον υπαστυνόμο, στο δωμάτιό του: “<em>Το δωμάτιο ήταν άθλιο. Να ένα γουρούνι, σκέφτηκε ο Φρέντι, που ζει πραγματικά σαν γουρούνι. Αλουμινόχαρτο κάλυπτε τη συρόμενη τζαμόπορτα που έβγαζε στο μικροσκοπικό μπαλκόνι. Το αλουμινόχαρτο είχε τοποθετηθεί για να κρατά τα απογεύματα τη ζέστη έξω από το δωμάτιο, αλλά δεν βοηθούσε και πολύ. Η μπεζ μοκέτα ήταν γεμάτη λεκέδες από καφέ και φαγητά. Τα σεντόνια στο ημίδιπλο κρεβάτι ήταν λερωμένα και μια στοίβα άπλυτα ρούχα ήταν αφημένα στη γωνία, δίπλα σ’ ένα ξέχειλο καλάθι αχρήστων</em>” <em>(σελ. 149)</em>. Όχι απρόσμενη εικόνα για ένα δωρεάν δωμάτιο στο Ελντοράντο “&#8230;<em>ένα παρακμιακό αρ ντεκό ξενοδοχείο, που βρισκόταν μόνιμα στο χείλος τής καταδίκης σε θάνατο</em>”, όπου ο Μόσλεϋ “<em>εκτελούσε χρέη άμισθου φρουρού ασφαλείας τις ώρες που ήταν εκτός υπηρεσίας</em>” <em>(σελ. 140-141)</em>. Όσο για τη “<em>στραπατσαρισμένη Λε Μαν του Χοκ, μοντέλο του ’74</em>” θα πρέπει να ήταν καθ’ ομοίωση του εσωτερικού της: “<em>Καλύτερα να καθίσουμε όλοι μπροστά. Κάποιος έκανε εμετό στο πίσω κάθισμα χτες και δεν έχω προλάβει ακόμα να καθαρίσω</em>” <em>(σελ. 65)</em>.</p>
<p style="text-align:justify;">Αλλά ο Μόσλεϋ είναι πανέξυπνος<strong>·</strong> έως διορατικός. Θα οσφρανθεί το παραβατικό προφίλ τού Φρέντι, από την πρώτη τους, κιόλας, συνάντηση. Ήταν μία συνάντηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού ο Willeford τη θέλησε σημαντική, για την ιστορία του <em>(σελ. 62-70)</em>. Πρόκειται για τη σκηνή στην οποία αποκαλύπτεται η σχέση τής Σούζαν Ουάγκενερ -μόλις πρόσφατης κατάκτησης του Φρέντι- με το θύμα, τον &#8230;«Χάρε Κρίσνα» των πρώτων σελίδων (επ’ αυτού, πιο κάτω), η σκηνή-διελκυστίνδα τής γάτας με το ποντίκι, ή, αλλιώς, των Μόσλεϋ-Φρέντι. Και είναι η σκηνή όπου διαγράφεται, μέσα από την αντίδραση (την μη αντίδραση, μάλλον) το προφίλ τής Σούζαν, μιας γυναίκας-κατ’ επίφαση παιδιού, αλλά και αυτό ενός απίστευτα  ψύχραιμου μυθοπλάστη Φρέντι.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο Μόσλεϋ θα εμπλακεί σε έναν επικίνδυνο μαίανδρο, όπου ο δολοφόνος δεν είναι μόνος του, στην ομάδα των “κακών”. Ο Μόσλεϋ και οι &#8230;ιπτάμενες μασέλες του, εύρημα του Willeford που επιτρέπει το μοναδικό μειδίαμα στον αναγνώστη, για να παγώσει και αυτό στη διαδρομή, θα κινείται με τη σακαράκα του, ανάμεσα στο δωμάτιο-κελί του και στον μοναδικό του φίλο-συνάδελφο -κι αυτό γιατί του οφείλει τη ζωή του- σε μια πόλη που, όταν δεν βρέχει, λιώνεις από την υγρασία και τη ζέστη κι όπου οι τριάντα βαθμοί τον Οκτώβριο ακούγονται λογικοί. Ο Willeford αποπειράται κάποια ανοίγματα-οάσεις στην κατατονία που αποπνέει η γραφή του. Αλλά ακόμα και οι συνταγές τής Αμερικάνικης κουζίνας του, κατά κανόνα ειπωμένες μέσα σε ένα σκηνικό απειλής και έντασης, είναι για να υπηρετήσουν το περίπου μακάβριο.</p>
<p style="text-align:justify;">Κι έτσι θα πάει. Ο Φρέντι θα σηκώνει στις θηριώδεις πλάτες του τη Σούζαν, σαν πιόνι σε μια θανάσιμη παρτίδα. Ή, έτσι τουλάχιστον η μόλις μετέφηβη πόρνη θα τον αφήσει να πιστεύει&#8230; Και θα αποδείξει ότι σωστά προέβλεψε ότι “…<em> θα διέπραττε κι άλλο έγκλημα αμέσως</em>”. Μέσα σε ελάχιστες ημέρες, αν όχι ώρες, λίγο έλειψε να καθιερωθεί στο κατά Willeford Wall of Fame των εγκληματιών τού Μαϊάμι.</p>
<p style="text-align:justify;">Μεταξύ άλλων, και σε μία σκηνή υπέρτατης βίας, ο Φρέντι περίπου θα αποσυνθέσει τον Μόσλεϋ και τις θρυλικές μασέλες του. Όταν ο Μόσλεϋ συνέλθει, πιο σωστά, επιστρέψει από τον άλλο κόσμο, θα καταλάβει ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο ο Φρέντι τού επέτρεψε να επανακάμψει ήταν γιατί είχε σκεφτεί να τον εξουθενώσει και μέσα στους κόλπους των συναδέλφων του, με ένα ιδιοφυές κόλπο υπονόμευσης και συκοφάντησης, μέθοδο που παρέπεμπε σε κάποιον πολύ πέρα από τον χειρώνακτα ψυχοπαθή.</p>
<p style="text-align:justify;">Κι όλα αυτά, με τη Σούζαν να παρακολουθεί παθητικά, μόνο για επιδείξει, τελικά, και ακολουθώντας τον απόλυτο χρονισμό, τα ρεφλέξ της κόμπρας που διέθετε.</p>
<p style="text-align:justify;">Το Μαϊάμι τού Willeford, το Μαϊάμι των ετών ’80, κινείται παράλληλα με την κόλαση του Δάντη. Οι σκηνές καθημερινής βίας <em>(σελ. 80, 115-121, 173, 259-265)</em>, η σκηνογραφία των χώρων όπου συμφύρονται ναρκομανείς, Κουβανοί απόβλητοι των φυλακών και των ψυχιατρείων που ο Κάστρο “άδειασε” στη Φλόριντα, επί Κάρτερ, το 1980,  σωματέμποροι και εξωνημένοι αστυνομικοί <em>(σελ. 193-196)</em>, συνθέτουν ένα ζοφερό πλαίσιο-αποκλειστικό χώρο, όπου κινείται ο Μόσλεϋ, και από όπου ο σε διηνεκή απόσβεση υπαστυνόμος δεν θα διαφύγει ούτε προς στιγμή, σαν για ένα διάλειμμα από την κόλαση.</p>
<p style="text-align:justify;">Η ένσταση που ακολουθεί δεν φιλοδοξεί, βέβαια, να σκιάσει, το βιβλίο, ή, ακόμα περισσότερο, τον συγγραφέα του. Και, μάλλον, έχει να κάνει με την άποψη που καλλιεργήθηκε, τα τελευταία χρόνια, στους κόλπους της Λέσχης Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας τού “Μεταίχμιο”.</p>
<p style="text-align:justify;">Εξηγούμαι:</p>
<p style="text-align:justify;">Έχουμε συναντήσει, ακόμα και στους κατ’ εξοχήν επώνυμους των συγγραφέων, το φαινόμενο όπου <em>η συγκυρία</em>, <em>η σύμπτωση</em>, ή <em>το</em> (σκηνοθετημένα) <em>τυχαίο</em>, αποτελούν το εφαλτήριο για την εξέλιξη του αστυνομικού μύθου, ή, ακόμα, και τη βάση του. Και ανάλογα με το πόσο ευαίσθητος, σχετικά με την παράμετρο αυτή, ή το πόσο απόλυτος είναι ο καθένας από εμάς έναντι της μη αποδοχής της, δεχόμαστε τον μύθο “κατά παραχώρηση”, ή και τον αρνούμαστε.</p>
<p style="text-align:justify;">Στο “Miami blues” o Willeford διαπράττει το ολίσθημα, κατά τρόπο μάλλον χονδροειδή.</p>
<p style="text-align:justify;">Ο «Χάρε Κρίσνα» του αεροδρομίου των πρώτων σελίδων, αποδεικνύεται <em>αδελφός </em>τής Σούζαν Ουάγκενερ, της νεαρής πόρνης, επάνω στην οποία “πέφτει” ο Φρέντι στην πόλη του Μαϊάμι, αμέσως μετά το περιστατικό του αεροδρομίου και τον θάνατο του αδελφού. Η “<em>σύμπτωση</em>” έχει, βέβαια, <em>καθοριστική </em>σημασία στην εξέλιξη του μύθου, αφού ο Μόσλεϋ θα ακολουθήσει το ίχνος τής συγγένειας, για να έρθει σε επαφή με τη Σούζαν και, μέσω αυτής, να έχει την πρώτη συνάντηση με τον Φρέντι.</p>
<p style="text-align:justify;">Έως απαράδεκτο.</p>
<p style="text-align:justify;">Και ο Willeford είναι, ασφαλώς, ο πρώτος που το συνειδητοποιεί. Και σπεύδει να “αποενοχοποιηθεί”, με την  -καθόλου τυχαία- παράγραφο της σελ. 265: “<em>&#8230; Ήταν τόσο απίθανο να συναντήσεις δύο αδέλφια, έναν άντρα και μια γυναίκα, σε δύο διαφορετικά μέρη, την ίδια μέρα, σε μια άγνωστη πόλη</em>”.</p>
<p style="text-align:justify;">Και δεν νομίζω ότι χρειάζεται κανείς να καταφύγει στους περίφημους 20 κανόνες του S. S. Van Dine (1928), που “<em>για χρόνια, υπήρξαν ο οδηγός του «πολιτικά ορθού» στην αστυνομική λογοτεχνία” (βλ. Προλογικό κείμενο, σελ. 15, “Το τελευταίο ταξίδι &#8211; Έντεκα νουάρ ιστορίες” &#8211; Μεταίχμιο)</em>, για να αρνηθεί την προφανώς “εύκολη” ή “διευκολυντική” λύση που αποδέχεται/ προτείνει ο Willeford.</p>
<p style="text-align:justify;">Αλλά να αναφερθούμε και στον αντίλογο:</p>
<p style="text-align:justify;">Στις 16 -κατά κανόνα διθυραμβικές, και ίσως όχι αδικαιολόγητα- κριτικές αναγνωστών τού βιβλίου, αλλά και στις περίπου 20 αποστροφές γνωστών συγγραφέων και εφημερίδων, για το βιβλίο,  τις αναφερόμενες στον ιστοτόπο της Amazon, κανείς και πουθενά δεν αναφέρεται στο αχίλλειο σημείο τού μύθου, <em>τη σύμπτωση</em>. Είναι γιατί ο Van Dine χαρακτηρίζεται, πλέον, απελπιστικά παλιομοδίτης; είναι γιατί η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, στην αξιολόγηση του αστυνομικού μύθου, είναι, σήμερα, δραστικά διαφορετική; είναι γιατί, πλέον, διαβάζουμε “γρήγορα”; Ή είναι γιατί η “σύμπτωση” συγχωρείται, σαν έλασσον σημείο σε μία νουάρ ιστορία, όπου άλλα στοιχεία έχουν το επάνω χέρι;</p>
<p style="text-align:justify;">Είναι στον καθένα να το εκτιμήσει.</p>
<p style="text-align:justify;">Και να το αποδεχτεί.</p>
<p style="text-align:justify;">Ή, να εμμείνει στην παλιά ιεράρχηση.</p>
<p style="text-align:justify;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/9789605013561.jpg"><img class="aligncenter  wp-image-1882" title="9789605013561" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/9789605013561.jpg?w=283&#038;h=435" alt="" width="283" height="435" /></a><em>Το απόσπασμα που ακολουθεί αντιπροσωπεύει μία από τις ευτυχέστερες “αστυνομικές” στιγμές τού βιβλίου. Το επέλεξα, μεταξύ άλλων, γιατί μπορώ να το συνοδεύσω με εικόνες (το ισότιμο απόσπασμα, από το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο του </em><em>George</em><em> </em><em>Armitage</em><em>-1990): </em><cite><a href="http://www.youtube.com/watch?v=Ay5AQH_7DQs"><em>www</em><em>.</em><strong><em>youtube</em></strong><em>.</em><em>com</em><em>/</em><em>watch</em><em>?</em><em>v</em><em>=</em><em>Ay</em><em>5</em><em>AQH</em><em>_7</em><em>DQs</em></a></cite><cite> </cite><cite>(όπου και άλλα αποσπάσματα).</cite><cite> </cite><em>Η σχετική σκηνή αποκλίνει από το γράμμα του βιβλίου, αλλά δεν προδίδει τη δραματική ατμόσφαιρα της στιγμής: </em></p>
<p style="text-align:justify;"><strong><em>“</em></strong><em>Τα μαλλιά του Φρέντι ήταν βρεγμένα και οι ώμοι του γκρίζου μεταξωτού σακακιού του είχαν ήδη μουσκέψει όταν έστριψε στη γωνία της Φλάγκερ κι έφτασε μπροστά στο παράθυρο του Ανταλλακτηρίου Νομισμάτων Γούλτζμουθ. Ο Φρέντι πάτησε το ηλεκτρικό κουδούνι δίπλα στο παραθυράκι και χαμογέλασε μόλις αντίκρισε το πρόσωπο του κυρίου Γούλτζμουθ να τον κοιτάζει επιφυλακτικά πίσω από το τζάμι. Ο έμπορος νομισμάτων ήταν ένας πενηντάρης που έδειχνε αρκετά μεγαλύτερος εξαιτίας της φαλάκρας του, την οποία οριοθετούσε ένα στεφάνι από κοντοκουρεμένα άσπρα μαλλιά. Η χοντρή σαν μπάλα μύτη του και τα βαθουλωτά μάγουλα ήταν διάστικτα από παλιά σημάδια ακμής.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Είμαι αστυνομικός», είπε ο Φρέντι στο μικρόφωνο που υπήρχε σε μια ειδική εσοχή. «Ανοίξτε το παράθυρο».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Το αλεξίσφαιρο τζάμι περιστράφηκε. Ο Φρέντι έβαλε τη νομισματοθήκη από δέρμα μοσχαριού στο συρταράκι και άφησε πάνω της το σήμα του και την αστυνομική ταυτότητα μέσα στην πλαστική θήκη της. Το παράθυρο περιστράφηκε ξανά και το πρόσωπο του Γούλτζμουθ εξαφανίστηκε.  </em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Υπήρχαν πολύ περισσότεροι άνθρωποι που ψώνιζαν στη Φλάγκερ απ’ όσους περίμενε να δει ο Φρέντι μια τέτοια άθλια, βροχερή μέρα, αλλά στην πλειονότητά τους, υπέθεσε, πρέπει να ήταν συνηθισμένοι στη βροχή. Παρά τη βροχή, έκανε ζέστη και το πεζοδρόμιο άχνιζε σε διάφορα σημεία. Ο Φρέντι κοίταξε το φωτεινό ηλεκτρονικό ρολόι στη στέγη μιας τράπεζας, περίπου ένα τετράγωνο πιο κάτω. Ήταν 10.04’. Η ώρα και η θερμοκρασία εναλλάσσονταν στο φωτεινό καντράν, ακολουθούμενες από ένα σλόγκαν που το σχημάτιζαν πράσινες φωτεινές κουκκίδες πάνω σε κυλιόμενο φόντο:</em></p>
<p style="text-align:center;" align="center"><em> Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΕΙΡΑ </em></p>
<p style="text-align:center;" align="center"><em>ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΙΡΑ</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Το σλόγκαν προβλημάτισε τον Φρέντι. Τι ήταν αυτός ο ΙΡΑ; Άκουσε το παράθυρο να περιστρέφεται. Η ταυτότητα και το σήμα ήταν επάνω στο συρτάρι, αλλά όχι η νομισματοθήκη. Το πρόσωπο του Γούλτζμουθ φάνηκε πάλι πίσω από το τζάμι. «Για τι είδους δουλειά μιλάμε υπαστυνόμε;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Της αστυνομίας» είπε ο Φρέντι. «Προσπαθώ να βρω μια άκρη μ’ αυτά τα κλεμμένα νομίσματα κι έχω και μερικά άλλα πράγματα να σας ρωτήσω. Ανοίξτε την πόρτα». Ο Φρέντι πήρε το σήμα του από το συρταράκι.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>   Το πρόσωπο του Γούλτζμουθ εξαφανίστηκε. Ακούστηκε ένας βόμβος στην κλειδαριά της πόρτας. Ο Φρέντι έστριψε το πόμολο καθώς η κλειδαριά άνοιγε. Ο βόμβος σταμάτησε μόλις μπήκε μέσα.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Κλείστε την πόρτα!» του φώναξε ο Γούλτζμουθ από το βάθος του μαγαζιού. </em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Ο Φρέντι έκλεισε την πόρτα με τον γοφό του. Ο Γούλτζμουθ είχε ανοίξει τη νομισματοθήκη πάνω σ’ έναν πάγκο, στο βάθος του στενόμακρου δωματίου.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Είπατε ότι τα νομίσματα αυτά είναι κλεμμένα;»   </em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Ναι. Τα πήρα από την αίθουσα φύλαξης πειστηρίων. Τα μαζέψαμε ύστερα από μία έφοδο σε κλεπταποδόχο και πιστεύουμε ότι αν εντοπίσουμε τον ιδιοκτήτη τους, θα μπορέσουμε να βρούμε περισσότερα στοιχεία και για τους κακοποιούς. Έχει κάποια αξία αυτή η συλλογή ή όχι;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Ο Γούλτζμουθ ανασήκωσε τους ώμους του. «Εδώ μιλάμε για την πραγματική αξία, υπαστυνόμε. Εγώ μόνο βάσει αυτής συναλλάσσομαι. Η συλλογή αξίζει ό,τι είναι διατεθειμένος να πληρώσει κανείς γι’ αυτή και, προφανώς, το ποσό αυτό είναι μεγαλύτερο από την ονομαστική της αξία. Δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, για σπάνια συλλογή, αλλά με μία πρόχειρη εκτίμηση θα έλεγα ότι όλα τα νομίσματα είναι σε άριστη κατάσταση».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Την έχετε ξαναδεί ποτέ;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Ως συλλογή όχι, αλλά έχω δει πολλές σαν κι αυτή. Τι έπαθε το μάτι σας, υπαστυνόμε;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Αυτοκινητικό ατύχημα».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Θα πρέπει να μηνύσετε τον γιατρό που σας έραψε το φρύδι. Θα βγάλετε μια περιουσία».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Μου είπε πως δεν θα φαίνεται τίποτε μόλις θρέψει».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Σας είπε ψέματα. Τέλος πάντων, ούτε η νομισματοθήκη είναι από τις δικές μου».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Ο Φρέντι έκλεισε το καπάκι της κασετίνας και κατέβασε τις δύο κλάπες που την κλείδωναν. «Θα δοκιμάσω και σε άλλον έμπορο. Μπορείτε να μου δείξετε μια από τις δικές σας κασετίνες; Θα ήθελα να δω πόσο διαφέρουν απ’ αυτή εδώ».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Δεν έχω καμία πρόχειρη αυτήν τη στιγμή».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Ούτε στο χρηματοκιβώτιό σας;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Καμία για ασημένια δολάρια»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Ποιος άλλος πουλάει δερμάτινες κασετίνες σαν κι αυτή;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Βαδίζετε σε λάθος δρόμο, υπαστυνόμε. Όλα τα περιοδικά για συλλέκτες νομισμάτων διαφημίζουν κασετίνες. Μπορεί κανείς να παραγγείλει με το ταχυδρομείο κάθε είδους θήκη, από φτηνές πάνινες μέχρι χειροποίητες από δέρμα στρουθοκαμήλου, ειδική παραγγελία με ανάγλυφα σε χρυσό τα αρχικά τού ονόματός του».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Κατάλαβα».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Πώς κι ενδιαφέρεται τόσο πολύ ένας ντετέκτιβ των Ανθρωποκτονιών να εντοπίσει κλεμμένα αντικείμενα; Έχει σχέση με κάποιο φόνο αυτή η συλλογή;»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Αυτό είναι απόρρητο, κύριε Γούλτζμουθ. Θα ήθελα να ελέγξω το μαγαζί σας για λόγους ασφαλείας. Είχαμε μία πληροφορία, βλέπετε, και σκεφτόμαστε να στείλουμε κάποιον να σας προσέχει εδώ μέσα. Κάποιος -δεν ξέρουμε ποιος- χτυπάει εμπόρους κοσμημάτων».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Εμένα μου λέτε! Ξέρετε πόσες φορές μ’ έχουν ληστέψει; Πριν εγκαταστήσω αυτό το παράθυρο, με είχαν χτυπήσει τρεις φορές σ’ έναν μήνα. Τώρα όμως δεν χρειάζομαι κανέναν να με φυλάει».</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Πώς κι έτσι;» Ο Φρέντι χαμογέλασε κι έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του να πιάσει το πιστόλι. Τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από τη λαβή.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Έχω τον Πέδρο». Ο κύριος Γούλτζμουθ γύρισε το κεφάλι του. «Πέδρο!»</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Η πόρτα στο βάθος άνοιξε με πάταγο. Ένας κοντός μελαχρινός άντρας με τεράστιους ώμους βγήκε από το άνοιγμα. Το δίκαννο αυτόματο όπλο του σημάδευε το στήθος του Φρέντι. Το σκουρόχρωμο, σκοτεινό πρόσωπό του ήταν εντελώς ανέκφραστο.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>«Σας παρακολουθούσε όλη αυτή την ώρα από το ματάκι της πόρτας». Ο Γούλτζμουθ γέλασε. «Εντάξει, Πέδρο. Ο κύριος είναι ντετέκτιβ, ο υπαστυνόμος Μόσλι». </em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Ο Πέδρο κατέβασε το αυτόματο κι έκανε να στραφεί προς την πίσω πόρτα. Τότε ο Φρέντι τράβηξε το πιστόλι και τον πυροβόλησε στην πλάτη. Ο Πέδρο έπεσε μπρούμυτα πάνω στο άνοιγμα στο άνοιγμα της πόρτας που έβγαζε στην αποθήκη του μαγαζιού. Το αυτόματο αναπήδησε με θόρυβο πάνω στο κεραμικό δάπεδο αλλά δεν εκπυρσοκρότησε. Κι ενώ ο Φρέντι κοιτούσε ακόμη τον πεσμένο στο πάτωμα Πέδρο, προσπαθώντας να αποφασίσει αν θα του έριχνε άλλη μία ή όχι, ο Γούλτζμουθ, με μια αστραπιαία κίνηση τράβηξε κάτω από τον πάγκο μια μασέτα. Διαγράφοντας ένα μεγάλο ημικύκλιο στον αέρα, κατέβασε το μαχαίρι πάνω στο αριστερό χέρι του Φρέντι που ήταν ακουμπισμένο στην κασετίνα με τα νομίσματα. Το μικρό δάχτυλο του Φρέντι, ο παράμεσος και  ο μεσαίο αποκόπηκαν από το υπόλοιπο χέρι στο ύψος της δεύτερης άρθρωσης. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, ώστε η λάμα του μαχαιριού μπήχτηκε στη δερμάτινη κασετίνα. Ο Φρέντι πυροβόλησε τον Γούλτζμουθ στο πρόσωπο. Η σφαίρα άνοιξε μια ολοστρόγγυλη τρύπα ακριβώς κάτω από τη μύτη του εμπόρου. Ο  Γούλτζμουθ έπεσε προς τα πίσω αφήνοντας έναν ήχο σαν κακάρισμα και ξεψύχησε προτού καν η φαλάκρα του να σκάσει στο πάτωμα.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Για μερικά λεπτά, ο Φρέντι έμεινε να κοιτάζει, χωρίς να καταλαβαίνει, τα γυμνά ματωμένα κόκαλα του αριστερού χεριού του. Το χέρι του μούδιασε εντελώς αρχικά κι ύστερα ένιωσε ένα τίναγμα που ανέβηκε σαν ηλεκτρική εκκένωση από την παλάμη ως πίσω τον αγκώνα του. Τα ακρωτηριασμένα του δάχτυλα αιμορραγούσαν, αλλά όχι τόσο πολύ όσο θα περίμενε κανείς. Ο Φρέντι τύλιξε με το μαντήλι του τα κομμένα δάχτυλα, σήκωσε το κινητό τμήμα της φορμάικας, στηρίζοντάς το στους μεντεσέδες του και πέρασε από το άνοιγμα στην πίσω πλευρά του πάγκου. Άνοιξε το συρτάρι με τα λεφτά δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Υπήρχαν αρκετά χαρτονομίσματα διαφορετικής αξίας καθώς και πολλά κέρματα σε ξεχωριστά συρταράκια. Ο Φρέντι έριξε το πιστόλι στην τσέπη του σακακιού του και μάζεψε τις στοίβες από δεκαδόλαρα και εικοσαδόλαρα. Αναποδογύρισε το πτώμα του Γούλτζμουθ με το γερό του χέρι κι έβγαλε το πορτοφόλι από την πίσω τσέπη του παντελονιού του εμπόρου. Έχωσε το πορτοφόλι και τα χαρτονομίσματα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και κατευθύνθηκε προς την εξωτερική πόρτα.</em></p>
<p style="text-align:justify;"><em>Δεν μπορούσε να την ανοίξει. Ξαναγύρισε στο ταμείο και σφήνωσε έναν συνδετήρα στο κουμπί που την άνοιγε για να μπορέσει να βγει. Έκλεισε τη βαριά πόρτα πίσω του, αλλά ο βόμβος της κλειδαριάς συνέχισε να ακούγεται. Τώρα θα μπορούσε να μπει στο μαγαζί οποιοσδήποτε και ο πρώτο που θα έμπαινε θα ανακάλυπτε τα πτώματα. Αλλά και πάλι αυτός είχε άφθονο χρόνο. Έχωσε το πληγωμένο χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του κι άρχισε να περπατάει κάτω από τη βροχή προς τη γωνία παλεύοντας να καταπνίξει την παρόρμησή του      ν’ αρχίσει να τρέχει.</em><strong><em>”</em></strong><strong><em> </em></strong><em>(σελ. 259-265).                </em><em></em></p>
<p style="text-align:justify;"><em><br />
</em></p>
<p style="text-align:right;" align="right"><strong>Αντώνης Γκόλτσος / Αθήνα, Νοέμβριος 2011<em>    </em></strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1880/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1880&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/30/willeford/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/0000500_195.jpeg" medium="image">
			<media:title type="html">0000500_195</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/9789605013561.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">9789605013561</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Golden Age Mystery</title>
		<link>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/24/golden-age-mystery/</link>
		<comments>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/24/golden-age-mystery/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 24 Nov 2011 10:36:09 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Nina C</dc:creator>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://crimefictionclubgr.wordpress.com/?p=1868</guid>
		<description><![CDATA[Του Νεοκλή Γαλανόπουλου Όταν ο βετεράνος αρχιφύλαξ-ντετέκτιβ Νοξ άκουσε τον επι- θεωρητή Μπέντλεϋ τής Σκώτλαντ Γιαρντ να ρωτά αιφνιδίως, με ύφος απατηλώς αφελές, τη λαίδη Άλλιγχαμ, η οποία, μολονότι είχε μόλις χάσει τον σύζυγό της και παρά την κοινωνική της θέση, απαντούσε στις ερωτήσεις τού νεαρού επιθεωρητού, επικεφαλής των ερευνών σχετικώς με τον φόνο τού [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1868&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align:center;"><a href="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/whodunit7.jpg"><img class="aligncenter  wp-image-1875" title="Whodunit7" src="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/whodunit7.jpg?w=378&#038;h=378" alt="" width="378" height="378" /></a></p>
<p><span style="color:#ff0000;"><strong>Τ</strong>ου Νεοκλή Γαλανόπουλου</span></p>
<p><strong>Ό</strong>ταν ο βετεράνος αρχιφύλαξ-ντετέκτιβ Νοξ άκουσε τον επι-</p>
<p><strong>θ</strong>εωρητή Μπέντλεϋ τής Σκώτλαντ Γιαρντ να ρωτά αιφνιδίως, με</p>
<p><strong>ύ</strong>φος απατηλώς αφελές, τη λαίδη Άλλιγχαμ, η οποία, μολονότι είχε</p>
<p><strong>μ</strong>όλις χάσει τον σύζυγό της και παρά την κοινωνική της θέση,</p>
<p><strong>α</strong>παντούσε στις ερωτήσεις τού νεαρού επιθεωρητού, επικεφαλής των</p>
<p><strong>ε</strong>ρευνών σχετικώς με τον φόνο τού εξηντάχρονου βαρωνέτου, χωρίς</p>
<p><strong>ί</strong>χνος δυσφορίας, εάν το όνομα Μπραντ τής ήταν γνωστό, έμεινε κε-</p>
<p><strong>χ</strong>ηνώς, διότι το συγκεκριμένο όνομα το άκουγε για πρώτη φορά</p>
<p><strong>ε</strong>κείνη τη στιγμή· ήταν απολύτως βέβαιος ότι δεν το είχε αναφέρει</p>
<p><strong>π</strong>ροηγουμένως ούτε ο δίδυμος αδελφός τής λαίδης, δόκτωρ Τσέστε-</p>
<p><strong>ρ</strong>τον, τον οποίον είχε καλέσει επειγόντως η ίδια εκεί, στο Όλντ Χωλ,</p>
<p><strong>ό</strong>ταν είχε ανακαλυφθεί το πτώμα τού σερ Άρθουρ στο κλειδωμένο</p>
<p><strong>λ</strong>ουτρό – εκείνος είχε διαπιστώσει πως επρόκειτο για δηλητηρίαση</p>
<p><strong>α</strong>πό υδροκυάνιο και είχε ειδοποιήσει την αστυνομία – ούτε ο</p>
<p><strong>β</strong>αρύλυπος, κατά τα φαινόμενα, ηλικιωμένος μπάτλερ τού</p>
<p><strong>ε</strong>κλιπόντος βαρωνέτου, κάποιος Κόουλ, ο οποίος μαζί με δύο</p>
<p><strong>ι</strong>πποκόμους είχε παραβιάσει την πόρτα τού λουτρού – με άδεια, εν-</p>
<p><strong>ν</strong>οείται, της λαίδης – και είχε αντικρίσει τον κύριό του να κείτεται</p>
<p><strong>α</strong>νάσκελα χάμω, φορώντας μονάχα το μπουρνούζι του, και με μάτια</p>
<p><strong>γ</strong>εμάτα τρόμο, ορθάνοιχτα, νεκρός ήδη από μια ώρα πριν ή και πε-</p>
<p><strong>ρ</strong>ισσότερο, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση τού γιατρού τής</p>
<p><strong>α</strong>στυνομίας. Κοίταξε καλά καλά τον επιθεωρητή. Εκείνος περίμενε</p>
<p><strong>ψ</strong>άχνοντας στην τσέπη του για την πίπα του, προσποιούμενος πως η</p>
<p><strong>ε</strong>ρώτηση που είχε θέσει, η τόσο δυσεξήγητη για τον Νοξ, δεν ήταν</p>
<p><strong>ι</strong>διαιτέρως σημαντική. «<em>Δεν μπορεί</em>», συλλογίστηκε ο τελευταίος,</p>
<p>«<em><strong>μ</strong>ε κάποιον πρέπει να μίλησε μετά τους άλλους δυο, όσην ώρα εγώ </em></p>
<p><em><strong>έ</strong>ψαχνα μάταια στο υπνοδωμάτιο τού σκοτωμένου – αλλά με ποιον;</em>»</p>
<p><strong>Τ</strong>ην ίδια έκπληξη με τον αρχιφύλακα ένιωσε – αν και για</p>
<p><strong>ο</strong>λότελα διαφορετικό λόγο, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια – η λαί-</p>
<p><strong>δ</strong>η Άλλιγχαμ. Στο άκουσμα τού ονόματος Μπραντ, γούρλωσε τα</p>
<p><strong>α</strong>νοικτοπράσινα μάτια της, σαν να είχε δει φάντασμα. Τα λεπτά</p>
<p><strong>χ</strong>είλη της μισάνοιξαν· το μαντίλι που κρατούσε, έπεσε στην ποδιά</p>
<p><strong>τ</strong>ης. Η αντίδρασή της έγινε αντιληπτή από τον Μπέντλεϋ, που</p>
<p><strong>υ</strong>ποκρινόταν ότι τον είχε απορροφήσει το γέμισμα τής πίπας του, αλ-</p>
<p><strong>λ</strong>ά, στην πραγματικότητα, ήταν συγκεντρωμένος στην υπόθεση, με</p>
<p><strong>ό</strong>λα τα φαιά κύτταρα που διέθετε πίσω από το προώρως ρυτιδια-</p>
<p><strong>σ</strong>μένο μέτωπό του να εργάζονται πυρετωδώς.</p>
<p><strong>Τ</strong>ο βλέμμα τού Νοξ ξαναστράφηκε στη λαίδη Άλλιγχαμ μόνο</p>
<p><strong>ό</strong>ταν εκείνη βρήκε πάλι τη λαλιά της.</p>
<p>«<strong>Ν</strong>αι, ασφαλώς το γνωρίζω», είπε χαμηλοφώνως, σχεδόν ψι-</p>
<p><strong>θ</strong>υριστά, «η δις Μπραντ είναι η οικονόμος μας». Το πρόσωπό της</p>
<p><strong>ά</strong>σπρισε αίφνης σαν το πανί. «Υπαινίσσεσθε πως έχει κάποια σχέση</p>
<p><strong>μ</strong>ε τον… με τον θάνατο…» ρώτησε με τη σειρά της τον Μπέντλεϋ.</p>
<p>«<strong>Π</strong>ιστέψτε με, κατανοώ πόσο επιτακτική τούτη τη δύσκολη</p>
<p><strong>ώ</strong>ρα είναι η ανάγκη σας για απαντήσεις, για μιαν <em>εξήγηση</em>, και</p>
<p><strong>μ</strong>άλιστα όχι ως αμέτοχος παρατηρητής. Παρ’ όλ’ αυτά, θα χρειασθεί</p>
<p><strong>ε</strong>πί του παρόντος να κάνετε υπομονή. Λυπάμαι! …Μπορείτε μήπως</p>
<p><strong>ν</strong>α μου δείξετε πού βρίσκεται το καπνιστήριο; Σας ευχαριστώ».</p>
<p><strong>Ο</strong> ευφραδής και αβρός επιθεωρητής απευθύνθηκε σ’ έναν</p>
<p><strong>α</strong>στυνομικό με πολιτικά, που στεκόταν σε στάση ημιαναπαύσεως</p>
<p><strong>π</strong>λάι στη σκάλα και τον διέταξε να φέρει σε δέκα λεπτά την</p>
<p><strong>ο</strong>ικονόμο στο καπνιστήριο. Έπειτα έκανε νόημα στον Νοξ, ο οποίος</p>
<p><strong>τ</strong>η στιγμή εκείνη αναδιφούσε στη μνήμη του, όπου είχαν καταγραφεί</p>
<p><strong>ό</strong>λα τα πρόσωπα που είχε δει από το πρωί στο Ολντ Χωλ – όλοι οι</p>
<p><strong>ύ</strong>ποπτοι δηλαδή -, εις αναζήτησιν τής περί ης ο λόγος δεσποινίδος·</p>
<p><strong>σ</strong>ε τέτοιο βαθμό είχε αφαιρεθεί, ώστε δεν αντελήφθη το νεύμα τού</p>
<p><strong>α</strong>νωτέρου του, παρά μόνο όταν τον άκουσε να καθαρίζει θορυβωδώς</p>
<p><strong>τ</strong>ον λαιμό του, οπότε έσπευσε να τον ακολουθήσει.</p>
<p><strong>Μ</strong>έχρι να φθάσουν στο καπνιστήριο, είχε καταλήξει σε μια</p>
<p><strong>ό</strong>μορφη τριανταπεντάχρονη κοπέλα με αυστηρό ντύσιμο και</p>
<p><strong>υ</strong>περβολική συστολή, που είχε δει φευγαλέα κατά την άφιξή του στο</p>
<p><strong>σ</strong>πίτι τού βαρωνέτου. Το παρουσιαστικό της τον έκανε να σκεφθεί</p>
<p><strong>κ</strong>ίνητρα για φόνο, λίαν ατιμωτικά για τη μνήμη τού θύματος.</p>
<p><strong>Α</strong>ναρωτήθηκε για ακόμη μία φορά με ποιον τρόπο ο κρυψίνους επι-</p>
<p><strong>θ</strong>εωρητής είχε καταφέρει να εντοπίσει τόσο γρήγορα τη δράστι. Το</p>
<p><strong>ρ</strong>ουθούνισμά του, καθώς έμπαινε στο δωμάτιο, κίνησε το</p>
<p><strong>ε</strong>νδιαφέρον τού Μπέντλεϋ.</p>
<p>«<strong>Φ</strong>αίνεσαι σαν κάτι να θέλεις να ρωτήσεις», είπε αυτός ο</p>
<p><strong>τ</strong>ελευταίος, μόλις άναψε την πίπα του.</p>
<p><strong>Η</strong> υπεροπτική έκφρασή του εξενεύρισε τον αρχιφύλακα Νοξ</p>
<p><strong>–</strong> ούτως ή άλλως η μακροθυμία δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα</p>
<p><strong>π</strong>ροσόντα τού χαρακτήρος του -, που αντέδρασε ενστικτωδώς με μια</p>
<p><strong>ό</strong>λως απροσδόκητη, επί τούτω, απορία.</p>
<p>«<strong>Υ</strong>πάρχει περίπτωση ο βαρωνέτος ν’ αυτοκτόνησε;» ρώτησε</p>
<p><strong>κ</strong>αι απέλαυσε κατόπιν το ξάφνιασμα τού νεαρού «φωστήρα».</p>
<p>«<strong>Α</strong>δύνατον!» δήλωσε τούτος με έμφαση, όταν πια ανέκτησε</p>
<p><strong>τ</strong>ην αυτοκυριαρχία του. «Σήμερα ξύπνησε πολύ ευδιάθετος – το είπε</p>
<p><strong>ο</strong> μπάτλερ. Εξάλλου, για σκέψου: Έκανε το ωραίο του καυτό μπάνιο</p>
<p><strong>π</strong>ρώτα, κι ύστερα, την ώρα που ετοιμαζόταν να ξυρισθεί, του ήρθε η</p>
<p><strong>ι</strong>δέα ν’ αυτοκτονήσει; Όχι δα! Άρα κάποιος είχε αντικαταστήσει την</p>
<p><strong>ν</strong>τιτζιταλίνη τού θύματος με άλλο, όμοιο χάπι, θανατηφόρο· τώρα</p>
<p><strong>ξ</strong>έρεις ποιος».</p>
<p>«<strong>Ε</strong>κ προμελέτης φόνος δηλαδή… Γιατί τον σκότωσε όμως;»</p>
<p>«<strong>Θ</strong>α μας το πει η ίδια αυτό οσονούπω, μη σπαζοκεφαλιάζεις</p>
<p><strong>α</strong>δίκως», συμβούλευσε με αυτάρεσκο ύφος τον υφιστάμενό του ο</p>
<p><strong>Μ</strong>πέντλεϋ, στογγυλοκάθησε σ’ έναν καναπέ, και άρχισε να</p>
<p><strong>π</strong>αρατηρεί, με ολοφάνερη προσήλωση, τους πίνακες στους τοίχους.</p>
<p><strong>Ω</strong>στόσο απήντησε ακαριαίως, όταν ο Νοξ άρθρωσε επιτέλους,</p>
<p><strong>σ</strong>τρίβοντας αμήχανος το μουστάκι του, το αρχικό του ερώτημα.</p>
<p>«<strong>Ε</strong>άν είχα <em>μιλήσει </em>με κάποιον, δεν θα είχα πεισθεί απολύτως</p>
<p><strong>–</strong> και πώς θα μπορούσα, άλλωστε, αφού δεν απομακρύνθηκα από</p>
<p><strong>τ</strong>ον τόπο τού εγκλήματος, ενόσω εσύ ερευνούσες το υπνοδωμάτιο;»</p>
<p><strong>Η</strong> εικόνα τού μπάνιου, την οποία είχε συγκρατήσει ο αρχιφύ-</p>
<p><strong>λ</strong>αξ, παρότι δεν είχε παραμείνει εκεί παρά μόνο για λίγες στιγμές,</p>
<p><strong>ε</strong>πρόβαλε μπροστά του διαυγής: η σπασμένη πόρτα&#8230; το ύπτιο, μετα-</p>
<p><strong>ξ</strong>ύ νιπτήρα και μπανιέρας, πτώμα… ο αποτρόπαιος μορφασμός του,</p>
<p><strong>η</strong> φρίκη τού βίαιου θανάτου… το τεντωμένο πλαγίως δεξιό χέρι&#8230; το</p>
<p><strong>μ</strong>ισάνοικτο παράθυρο… ο αναμμένος γλόμπος… το πεσμένο κάτω</p>
<p><strong>π</strong>ροσόψιο… τα στεγνά πλακάκια… «<em>Τι στην ευχή μού ξέφυγε;</em>» διε-</p>
<p><strong>ρ</strong>ωτήθη κατσουφιάζοντας.</p>
<p>«<strong>Α</strong>υτό το “ίχνος” ήταν αδύνατον να το βρεις με μια ματιά,</p>
<p><strong>Ν</strong>οξ», εξακολούθησε ο επιθεωρητής, λες και είχε διαβάσει τη σκέψη</p>
<p><strong>τ</strong>ου. «Με μιαν ανάσα όμως… στο σωστό σημείο, θα έβλεπες ότι&#8230;&#8230;.</p>
<p align="center"><span style="color:#ff0000;"><em>Η συνέχεια στην ακροστιχίδα· η κρυμμένη φράση περιέχει δύο παύλες</em></span></p>
<p align="center"><strong> </strong></p>
<br />  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gofacebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/facebook/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gotwitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/twitter/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/crimefictionclubgr.wordpress.com/1868/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=crimefictionclubgr.wordpress.com&amp;blog=11350495&amp;post=1868&amp;subd=crimefictionclubgr&amp;ref=&amp;feed=1" width="1" height="1" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/24/golden-age-mystery/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>4</slash:comments>
	
		<media:content url="http://1.gravatar.com/avatar/b8516295ad380a85f3899ace61ad442f?s=96&#38;d=identicon&#38;r=G" medium="image">
			<media:title type="html">Nina C</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://crimefictionclubgr.files.wordpress.com/2011/11/whodunit7.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">Whodunit7</media:title>
		</media:content>
	</item>
	</channel>
</rss>
